
Έτσι περνάμε την κάθε μας μέρα εμείς, ‘τα ανθρωπάκια’
Πατώντας στις μύτες των ποδιών μας.
Φοβόμαστε, βλέπεις, την προσοχή του μην αποσπάσουμε.
Του θηριού που μας διαφεντεύει –και που ήδη νοιώθουμε στο σβέρκο μας τα χνώτα του.
Έτσι κυλάει η ζώη
Στην σκιά των ψηλών κτηριών.
Στην ανωνυμία των πολύβουων δρόμων.
Βρέξε!/ Να ξεπλυθεί η απελπισία απ’ τα πεζοδρόμια/βρέξε!
Ήταν πρωϊ κι ήταν νοέμβρης
πήξιμο φροντηστήρια τελευταία ευθεία
πουθενά να κρυφτείς το σκάσαμε
κοπάνα στην Επανωμή
φυσούσε οι γλάροι πετούσαν
καθόμασταν κοιταζόμασταν καπνίζαμε
κανείς δε μίλησε
όλοι καμωθήκαμε τους αδιάφορους
αφήνοντας τον αέρα να μονολογάει
όταν φύγαμε ξέραμε
τι είχαμε αφήσει πίσω
Υδρόγειος 1995 (1996;). Μάλλον άνοιξη, με δόντια όμως.
Ξύλινα Σπαθιά.
Μια συναυλία εκτροχιάζεται
Κι όλοι, οι σήμερα ‘απόντες’, ήμασταν εκεί
Τώρα, πολή και ανθρώποι έχουν αλλάξει.
& οι μνήμες μαρτυρούν μια ζωή λιγότερο πλαστική
Υ.Γ. Το τέμπο του κομματιού, δίνει μια διάσταση εσωτερική στο χρόνο που έχει περάσει….
Noir Désir – Des armes

Όταν καταλαγιάζει ο αχός
της σύγχρονης τεχνολογίας
Κι ακούγεται μόνο
Το παράπονο του λαβωμένου περιστεριού
Αρχίζει η αναπαραγωγή των ονείρων
Κλείτος Κύρου
Βράδυα,
Σβηστά τα φώτα
Ο δίσκος να παίζει (τι ρετρό εμμονές!)
κρασί
Η φωνή, το πιάνο να σκίζει το σκοτάδι
Φόρος τιμής σ’ ένα τραγούδι που το ανέδειξαν
όχι οι ήχοι του αλλά οι σιωπές του.