Αρχείο για Μαρτίου 2010

28
Μαρ.
10

Πολυκεντρισμός, Πολιτιστική ηγεμονία, Ανταρτοπόλεμος

«Οι Ρωμαίοι της Κωνσταντινούπολης επινόησαν μια νέα στρατηγική, το απόλυτο δόγμα της οποίας ήταν ότι οι απειλές αντιμετωπίζονται με τη διπλωματία. Αυτό μεταφράζεται σε κάτι το εξαιρετικά απλό: αν ο εχθρός σού επιτίθεται ή σε απειλεί, τότε πρέπει να ψάξεις για κάποιον άλλον εχθρό, ο οποίος θα είναι σε θέση να απειλήσει ή και να επιτεθεί στον πρώτο.«

«Βεβαίως. Ηταν μια σπουδαία αλλαγή στρατηγικής. Βασιζόταν στη μεγάλη ικανότητα που επέδειξαν οι Βυζαντινοί στη δημιουργία, τη συντήρηση και την αξιοποίηση ενός πολύ αποτελεσματικού δικτύου πληροφοριών – σήμερα θα λέγαμε intellingence. Η λειτουργία ενός τέτοιου δικτύου απαιτούσε την ύπαρξη μιας ιθύνουσας ελίτ με βαθιά παιδεία, που ήταν σε θέση να χειριστεί, να αξιολογήσει και να αξιοποιήσει τις πληροφορίες κατά τη διπλωματική δραστηριότητά της. Ο Βυζαντινός αυτοκράτορας είχε στη διάθεσή του μια μορφωμένη ελίτ που μπορούσε να κάνει μακρινά ταξίδια, να επισκεφθεί ξένες χώρες, να καταλάβει ποια είναι η πολιτική κατάσταση εκεί και να αναλύσει ενδεχόμενους κινδύνους. Και, βεβαίως, να συντάξει σωστές και ακριβείς αναφορές. Με αυτόν τον τρόπο, επί παραδείγματι, το έτος 550 οι κυβερνώντες στην Κωνσταντινούπολη ήταν οι μόνοι που γνώριζαν πολύ καλά τι συνέβαινε στην κεντρική Ασία. Ολα αυτά δεν θα ήταν εφικτά, αν δεν υπήρχε ως υπόβαθρο η ελληνική και ελληνιστική παιδεία, την οποία η άρχουσα τάξη στο Βυζάντιο διαφύλαξε και καλλιέργησε με μεγάλη αγάπη.«

«Οι Βυζαντινοί χρησιμοποιούσαν τις ένοπλες δυνάμεις τους μόνο για να χειριστούν την απειλή, να καθυστερήσουν τους εισβολείς, να ανακόψουν την προέλασή τους ή για να ενισχύσουν τους νέους συμμάχους. Σε αντίθεση με τους Ρωμαίους, δεν έριχναν τον στρατό τους στην αποφασιστική μάχη, εκείνη που ενδεχομένως να έκρινε την έκβαση του πολέμου. Οι Βυζαντινοί απέφευγαν συστηματικά τις κατά μέτωπον συγκρούσεις. Προτιμούσαν πάντα να μάχονται μέσω τρίτων και μόνον όταν αυτό δεν ήταν δυνατόν, εφάρμοζαν μια τακτική ανταρτοπολέμου, για να φθείρουν και να εξαντλήσουν τους εισβολείς.»

Έντουαρτ Λούτβακ, Συνέντευξη στον Δ. Δεληολάνη, Κυριακάτικη Καθημερινή 28/03/10

Αν μη τι άλλο, οι βυζαντινοί Έλληνες είχαν κοινή λογική και ένστικτο επιβίωσης. Όντας στο σταυροδρόμι μεταξύ Δύσης και Ανατολής, Βορρά και Νότου, όντας στο επίκεντρο κολοσσιαίων πληθυσμιακών μετακινήσεων, εισβολών και εποικισμών, που μετέβαλαν καθοριστικά τον παγκόσμιο χάρτη, έκατσαν και διαμόρφωσαν μια διεθνή στρατηγική, βαθιά διαποτισμένη από έναν αυθεντικό, διττό, ρεαλισμό. Ρεαλισμό ως προς τις συνθήκες που αντιμετώπιζε –έμφαση στην διπλωματία και την «μαλακή δύναμη» αντί για την ισχύ (ναι, οι Βυζαντινοί είχαν εξαιρετική συναίσθηση αυτού που πολλούς αιώνες αργότερα ο Γκράμσι αποκάλεσε ηγεμονία), και ανταρτοπόλεμο έναντι απειλών που ήταν αμιγώς ασύμμετρες– αλλά και ρεαλισμό ως προς την επίγνωση του πλούτου που ενυπάρχει στον ελληνικό τρόπο και της κατάλληλης αξιοποίησής του.

Πολυκεντρισμός, Πολιτιστική ηγεμονία, Ανταρτοπόλεμος (ασύμμετρη οργάνωση των στρατιωτικών δυνάμεων). Στοιχεία που κομίζει το βυζαντινό παρελθόν για την οικοδόμηση ενός εναλλακτικού δόγματος εξωτερικής πολιτικής. Εναλλακτικός ως προς τον κυρίαρχο, παρασιτικό, που μας έχουν επιβάλει οι άρχουσες τάξεις: αυτού του ‘κράτους-πελάτη’ των μεγάλων Δυτικών δυνάμεων, που έχει εκμηδενίζει την διεθνή του αυθυπαρξία, και που έχει μεταβάλει το στράτευμα σε πεδίο πελατειακής πολιτικής και άθυρμα στα χέρια των αμερικανικών και των γερμανικών πολεμικών βιομηχανιών.

Ένα εναλλακτικό δόγμα, που πατάει στέρεα τόσο στην ελληνική ιστορία και παράδοση –κι άρα λαμβάνει υπόψη όλες τις γεωπολιτικές ιδιαιτερότητες που χαρακτηρίζουν τον ευρύτερο Βαλκανικό χώρο, όσο και απαντάει στις πιο σύγχρονες και αποτελεσματικές τακτικές των μικρών και των αδυνάμων. Όντως, αν μελετήσει κανείς τους όρους της επικράτησης της Χεζμπολά έναντι της υπερεξελιγμένης και πανίσχυρης πολεμικής μηχανής του Ισραήλ, θα συναντήσει πολλές και θεμελιώδεις αναλογιές…

Τα πανεπιστήμια, και ιδιαίτερα οι σχολές των διεθνών σχέσεων και της πολιτικής επιστήμης, αν δεν θέλουν αν παραμείνουν θλιβερά μίσθαρνα όργανα της αποικιοκρατίας και των παρασιτικών αρχουσών τάξεων που έχουν βουλιάξει τον τόπο μας στα όρια της επιβίωσης και της ανεξαρτησίας του, θα πρέπει να αναδιοργανωθούν προς την κατεύθυνση της ανάδειξης και της αποκατάστασης αυτών των εναλλακτικών κατευθύνσεων. Και μπορούν να προσεγγίσουν αυτό το στοίχημα τόσο από τη θεωρητική σκοπιά του «επιστημονικού παραδείγματος» (ποιά θα ήταν η «ελληνική συμβολή» στις διεθνείς σχέσεις;), όσο και από την ενεργητική, πρακτική σκοπιά μιας παιδείας των «φιλοσόφων που δεν επιθυμούν μόνο να κατανοήσουν τον κόσμο και να τον αλλάξουν», δηλαδή από την σκοπιά ενός πανεπιστημίου που να υπηρετεί τον αγώνα του λαού και του τόπου για ελευθερία και ζωή, σ’ έναν ασταθή, πολυπολικό και ταραγμένο κόσμο.

Advertisements
24
Μαρ.
10

1821, το άλμα των ξυπόλητων προς τον ουρανό

1828, λάδι σε καμβά. Γιός υπερασπίζεται τον λαβωμένο πατέρα.

Θυμηθείτε τότε/αναζητείστε/μορφές τρομερές

Τότε/ τα βάλαμε με μια ολόκληρη αυτοκρατορία/αντιταχθήκαμε

στη βούληση των ισχυρών/της Ιεράς Συμμαχίας την θέληση καταπατήσαμε/

Δείτε το Νικηταρά/αγωνιστές σκληροτράχηλοι/με τα κουρέλια τους/

Οι Παλαιστίνιοι της Ευρώπης/λιπόσαρκοι κούροι και κόρες/αγάλματα που κοιτούν τον ήλιο της Ελευθερίας

Αναζητήστε/κοιτάξτε τους/σκεφτείτε/Τώρα σιδηροδέσμιοι έξω από τις τράπεζες μας σέρνουν/

κρατώντας απ’ το χέρι οι πιστωτικές μας/

Αντισταθείτε/ Θυμηθείτε/ Αναζητήστε/και πάλι μέσα σας/ το τρόμερο

τέρας της επανάστασης/είναι εκεί/κοιμάται/ξυπνήστε το

Οι μορφές του αγώνα δρασκελίζουν τους αιώνες κομίζοντας το μήνυμα νέων αγώνων

Στο κλαρί! Αντίσταση, ελευθερία αξιοπρέπεια


20
Μαρ.
10

Εξαρτήματα κατευνασμού

Οι ουσίες έχουν γίνει καθεστώς σ’ αυτήν την κοινωνία. Όλες. Νόμιμες, παράνομες, κυριλέ και βρώμικες. Η κατανάλωσή τους είναι μαζική. Η κοινωνική νοηματοδότηση της χρήσης των μαλακών και νόμιμων ψυχοτρόπων ουσιών έχει μεταβληθεί. Πίνουμε και καπνίζουμε, πια, για να κατευναστούμε. Να αντέξουμε μια καθημερινότητα στεγνή από οποιαδήποτε δημιουργική, διάσταση, από οποιαδήποτε αυθεντική έκφραση συλλογικότητας. Το αλκόολ και ο καπνός είναι απαραίτητα εξαρτήματα του μεταμοντέρνου ανθρώπου. Πάνε πακέτο με μια δοσμένη κατάσταση της ημι-διαλυμένης, χαοτικής μητρόπολης. Τη ρηχότητα και τη μοναχικότητα –την καθημερινή μιζέρια.
Κοιτάξτε γύρω σας. Πόσοι είναι μπεκροκανάτες του Σαββατοκύριακου; Πόσοι έχουν συνδέσει την χαλάρωση, την κοινωνικότητα, την ψυχαγωγία και την επικοινωνία με το να πίνουν; Πόσοι «ξεμπλοκάρουν» με μια μπύρα μετά τη δουλειά; Διάβαζα προχθές σ’ ένα πολιτικό περιοδικό (στα επίκαιρα), ότι υπολογίζεται ότι γύρω στα 55% των Ελλήνων που είναι μεταξύ 35-55 χρονώ είναι αλκοολικοί.
Κάποτε η κρεπάλη στοιχειοθετούσε ένα ντεμπορικό διάβημα –μια συμβολική πράξη εξέγερσης στην κανονικότητα. Κι από πίσω τρέχανε κι όλα τα άλλα στερεότυπα. Υποτίθεται ότι η κρεπάλη ήταν η κατάφαση στην επικοινωνία και την δημιουργικότητα. Σκατά. Ρωμαϊκή παρακμή είναι, και απελπισία.
Γυρίσουμε σελίδα. Οι συγκινήσεις δεν βρίσκονται πλέον σ’ εκείνο το μπαρ που ξενυχτάει: Τούτο ξέφτισε σε νοσοκομείο μητροπολίτικων ψυχών.
Προσωπικά προτιμώ το νηφάλιο σλάλομ στις αντιφάσεις της κρίσης που εκρύγνηνται. Την πραγματική περιπλάνηση μέσα στην πόλη. Την διερεύνηση όλων των πιθανόν συλλογικών εγειρημάτων που είναι σε θέση να φτιάξουν κοινωνικά δίχτυα προστασίας έναντι της κρίσης. Το διάβασμα. Την «εργατική έρευνα» –την παρουσία στο πεδίο για μια εμπειρική πρόσληψη των πραγμάτων, από αντιστασιακή σκοπιά βεβαίως-βεβαίως. Και την σωματική άσκηση –σε αντίδραση της καθημερινής καθήλωσης στην οθόνη του υπολογιστή, ως αντίσταση στη εργαλειακή δικτατορία των υπολογιστικών δικτύων.
Βγείτε απ’ το σπίτι. Πάτε μια βόλτα στο κέντρο, το Σάββατο το βράδυ. Ο ναρκωμένος, ο μεθυσμένος, εύθυμος, δύσθυμος ή κενόθυμος, είναι μια φιγούρα ενσωματωμένη στα τοπία της μητρόπολης, στον τεχνόκοσμο του Κεφαλαίου.
Σήμερα, ημέρες κρίσης, ημέρες πτώσης, ημέρες σαρωτικής αποσύνθεσης του μεταπολιτευτικού καθεστώτος, η τομή με τις κατευναστικές συνήθειες είναι αναγκαία.
19
Μαρ.
10

Ανοιξιάτικο απόγευμα

Χρήμα-Εμπόρευμα-Κιάλλοχρήμα (Χ-Ε-Χ΄). Η γενική μορφή του κεφαλαίου. Η σκοπιά της σύγχρονης κοινωνίας.

Υπάρχουν άλλες ποιότητες. Οι σχέσεις, η λιακάδα, η δημιουργικότητα, το δώσιμο. Τώρα τελευταία το αναγνώρισαν και οι «120 κατασκευαστές πλυντηρίων»– δηλαδή οι κοινωνιολόγοι, οικονομολόγοι και λοιποί -λόγοι που μελετούν και ανακατασκευάσουν τας κοινωνίας. Τους δώσανε και όνομα, τάχα, κοινωνικό κεφάλαιο, μορφωτικό κεφάλαιο, οικολογικό και ηθικό κεφάλαιο. Γιατί νομίζουν, πως ότι ονοματίζουν το ορίζουν κιόλα. Προσπαθούν να βαφτίσουν τις ποιότητες στην δικηά τους θρησκεία των ποσοτήτων οι θλιβεροί.

Μάταια. Ο ήλιος εξοστρακίζεται σε κάθε γωνιά της ασθμαίνουσας πόλης, καταφέρνοντας ρωγμές στο σκοτάδι που μας έχουν καταβυθίσει.

15
Μαρ.
10

Γυναίκα-Μπικίνι-Τραγικό

«…Πιές τώρα μια λεμονάδα πρακτόρικη να συνέλθεις…»


11
Μαρ.
10

Νας νε ντογκόνιαττ (Δεν θα μας πιάσουν)

Στην πορεία όλοι έκαναν αντιπολίτευση στον εαυτό τους. Όλοι λίγοι και φθαρμένοι. Πρέπει να μας έχει καταλάβει μαζική ψύχωση. Ο καθένας βγάζει τον χειρότερο εαυτό του νομίζοντας ότι κάνει το σωστό. Μια πραγματική wasteland –που ναξερε ο Σεφέρης ότι μιλούσε για τους Έλληνες ο Έλιοτ που μετέφραζε. Εν τω μεταξύ οι καλύτεροι διάγουν υπόγειες διαδρομές, μερικές από τις οποίες χάνονται για πάντα στα σκοτάδια.

(ξέρω το βίντεο είναι άθλιο, αλλά η μουσική, και οι στίχοι που υπάρχουν σε μετάφραση στο γκούγκλη, νομίζω πώς ταιράζουν στο κλίμα)

06
Μαρ.
10

Η Θεσσαλονίκη ως θεματικό πάρκο διασκέδασης

Η Σαλονίκη είναι φραπεδούπολη. Φραπεδούπολη όνομα και πράμα. Με πειράζει που το λέω αυτό για την πόλη μου –αλλά έτσι είναι. Και πρόκειται ένα χαρακτηριστικό που είναι βαθιά δεμένο με τον σημερινό χαρακτήρα της πόλης, μια πολύ βαθιά τομή στην ιστορία της.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, οι οικονομία της πόλης συντηρείται σχεδόν αποκλειστικά από τον χώρο της διασκέδασης. Κάποιος κακεντρεχής θα έλεγε ότι σήμερα η Θεσσαλονίκη είναι το κωλάδικο των Βαλκανίων… Αλλά η αλήθεια είναι ότι το ψυχαγωγικό σούπερ-μάρκετ της πόλης διαθέτει προϊόντα για όλων των ειδών τα γούστα, λαϊκά, κυριλέ ή εναλλακτικά.

Η ουσία δεν βρίσκεται εδώ. Έχει να κάνει με το ότι η βιομηχανία της διασκέδασης αποτελεί τον βασικό κινητήρα της οικονομικής της ανάπτυξης. Εκεί αβγαταίνουν τα πολλά λεφτά, και από την οικοδομή, για να πάνε μετά στις αντιπροσωπείες αυτοκινήτου, στα Πλαίσια, και τα άλλα μαγαζιά της λιανικής της πόλης.

Η βιομηχανία της διασκέδασης αποτελεί ένα ιδιότυπο κοινωνικό εργοστάσιο. Κοινωνικό Εργοστάσιο με την έννοια ότι παράγει ένα πολύ ιδιαίτερο άυλο προϊόν, έναν δημόσιο πεδίο ξεδίπλωσης της κοινωνικότητας, της φιλίας και του έρωτα, του οποίου η πρόσβαση όμως είναι ιδιωτική. Δηλαδή, το ποτό -ας πούμε- κοστίζει έξι με οκτώ ευρώ, όχι γιατί τόσο τιμολογείται βάσει του κόστους συν ένα θεμιτό ή αθέμιτο κέρδος. Κοστίζει τόσο, διότι αυτό που πουλάει το μαγαζί δεν είναι το ζουμί. Είναι η χρήση αυτού του δημόσιου χώρου και το δικαίωμα στην πρόσβαση σ’ όλες τις δραστηριότητες που αυτός επιτρέπει: πληρώνεις έναν καφέ για να μιλήσεις με τους δικούς σου ανθρώπους ή ένα ποτό για να φλερτάρεις ή να εκτονωθείς με την παρέα. Αυτός είναι ο λόγος που η βιομηχανία της διασκέδασης αποτελεί ένα ιδιότυπο κοινωνικό εργοστάσιο. Έναν χώρο, δηλαδή, μαζικής παραγωγής αξίας όπου οι μηχανισμοί του είναι διάχυτοι.

Η βιομηχανία της διασκέδασης διαχειρίζεται μ’ έναν πολύ ορισμένο τρόπο τις ανάγκες, κι εδώ είναι το ζουμί όλων των μετασχηματισμών που έχει υποστεί η πόλη τα τελευταία 10 χρόνια στο κέντρο της. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι αυτός ο κλάδος επεκτείνεται διαρκώς, διότι όλοι οι άλλες μορφές ικανοποίησης των αναγκών που εν τέλει ικανοποιεί αυτός τείνουν να εκλείψουν, και κυρίως οι μη-εμπορευματικές μορφές διαχείρισης της πολυδιάστατης ανάγκης για κοινωνικότητα.

Δηλαδή: Αλλάζουν χρήση οι πλατείες, και λόγω πολλών παραγόντων (που ξεκινούν από αλλαγές στον τρόπο ζωής και καταλήγουν στην ανασφάλεια, την εγκληματικότητα κ.ο.κ.) δεν προσφέρονται πια ως χώρος συνάντησης; Κερδίζουν τα μαγαζιά της διασκέδασης. Υποχωρούν οι παρέες, το τελευταίο κοινοτικό κύτταρο της ελληνικής κοινωνίας; Κερδίζουν τα μαγαζιά της διασκέδασης και συγκεκριμένα εκείνα που προωθούν τις πιο εξατομικευμένες της μορφές (τα κλάμπ με την εκκωφαντική μουσική κ.ο.κ.). Διαρρηγνύονται οι εκτεταμένοι οικογενειακοί δεσμοί; Πολλαπλασιάζονται οι ανάγκες για «έξοδο» στα μαγαζιά.

Η βιομηχανία της διασκέδασης, όλα αυτά τα μπαράκια, τα κλαμπ και οι ταβέρνες, δηλαδή που πολλαπλασιάζονται στην πόλη μας κατά τα τελευταία 15 χρόνια, ζουν, τρέφονται από την κοινωνική απονέκρωση της πόλης. Πρόκειται ένα βαμπίρ που έχει κατακαθίσει στα σπλάχνα της και κατατρώγει την ίδια την απελπισία της.

Κι εδώ προσεγγίζουμε ένα πολύ κρίσιμο ζήτημα που αφορά στην ίδια την λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος, ή τουλάχιστον της μορφής που έχει πάρει στον τόπο μας τον τελευταίο καιρό. Ας πάρουμε τα πράγματα από μιαν άλλη διάσταση. Ο Μαρξ προσεγγίζει από φιλοσοφικής σκοπιάς την παραγωγική διαδικασία ως μια δραστηριότητα αδιαμφισβήτητα θετική, ή μάλλον ως την κύρια δραστηριότητα μέσα από την οποία ενσαρκώνεται η ουσία του ανθρώπου. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, ακόμα και στις πιο ήπιες διατυπώσεις μιας φιλοσοφικής σκοπιάς στην παραγωγική διαδικασία, οπωσδήποτε αυτή ταυτίζεται με την δημιουργική πλευρά του ανθρώπου.

Έπρεπε να έρθει η στιγμή της οικολογίας για να αναγνωρίσουμε ότι η ίδια η παραγωγική διαδικασία έχει και μια σκοπιά (ίσως και την κυριότερή της) αρνητική. Δηλαδή, ότι αναλώνει τον φυσικό κόσμο, χρησιμοποιεί κάποιους από τους πόρους του για να τον μετασχηματίσει σε τεχνητό. Στην πιο απλή του μορφή, αυτό μπορούμε να το δούμε με την ξυλειά και τα δάση. Είναι αρκετά εύκολο να το κατανοήσουμε.

Τώρα, το ίδιο συμβαίνει όχι μόνο με τον φυσικό κόσμο, αλλά και με τον κοινωνικό. Δηλαδή, όπως η παραγωγή αναλώνει ένα ορισμένο ποσό φυσικού κεφαλαίου, έτσι και η βιομηχανία της διασκέδασης ζει από την εκποίηση ενός ποσού του κοινωνικού κεφαλαίου. Έχει δηλαδή, στις διαστάσεις και τον χαρακτήρα που έχει διαμορφώσει σήμερα, ως βάση και προϋπόθεσή της την μετατροπή κοινωνικών όντων σε ένα μοναχικό πλήθος.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς πρόκειται για μια αδιόρατη αλλά ολοκληρωτική ανθρωποφαγική συνθήκη. Χώρια που εξαρτά την ανάπτυξή της από την ίδια την υποβάθμιση που έχει βιώσει η χώρα μας καθώς προσαρμόζεται στις μεταμοντέρνες ανθρωποκοινωνικές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης.

Το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί, πλέον για την οικοδομή. Τόσο η αστυφιλία όσο και η προαστιο-φιλία είναι δύο τάσεις που στηρίζονται αμφότερες στην καταστροφή του κοινωνικού ιστού, τόσο στην περιφέρεια όσο και στο ίδιο το κέντρο της πόλης. Το πρώτο είναι σαφές. Για να μετακινηθεί κάποιος από τον τόπο του, πρέπει να έχει εξαντλήσει κάθε πιθανότητα επιβίωσης σ’ αυτόν. Το ίδιο ισχύει εμμέσως για τον δεύτερο. Μετακομίζουμε προς τα προάστια, επειδή ακριβώς η ζωή στο κέντρο της πόλης τείνει να γίνεται αβίωτη. Υπ’ αυτή την έννοια, η περιφερειακή επέκταση των πόλεων στο μοντέλο των αμερικανικών προστείων στηρίζεται στην κοινωνική κατάρρευση του κέντρου τους, στην έκρηξη των γκέτο και της κοινωνικής ανομίας.

Αντιμετωπίζουμε ένα θεωρητικό ζήτημα, κι ένα πρακτικό. Το θεωρητικό είναι, ότι θα πρέπει να εξετάσουμε τον καπιταλισμό υπό αυτήν την σκοπιά. Ως μια μηχανή που για να λειτουργήσει καίει κοινωνικό κεφάλαιο –δηλαδή, τις πιο πηγαίες λειτουργίες της συλλογικής μας ύπαρξης. Το πρακτικό είναι να αντιληφθούμε ότι ένα ολόκληρο σύστημα θρέφεται από την παρατεταμένη αλλοτρίωσή μας.

Κι ως προς αυτό η κρίση ενδέχεται να δημιουργήσει μικρές ευκαιρίες. Καταφέρνοντας ρωγμές σ’ αυτόν τον μηχανισμό, δημιουργεί ελάχιστες προϋποθέσεις για τη σταδιακή απελευθέρωσή μας από τα γρανάζια του.




Μαρτίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Φεβ.   Απρ. »
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031