Posts Tagged ‘Στρατός

14
Οκτ.
10

Πόντιοι φίλοι και αδερφοί

 

Στον Μίκη, τον απείθαρχο,

ακάματο συλλέκτη φυλακών,

κρατήσεων,

και στερήσεων εξόδου.

Κι ακόμα,

στον Στάνισλαβ,

τον Κοσμίδη

και στ’ άλλα παιδιά.

Είναι πολύ δύσκολο να παραχθεί από τη σημερινή καθημερινότητα του στρατού μια ποίηση των μικρών, καθημερινών στιγμών, του είδους που προκύπτει όταν πολλοί άνθρωποι βράζουν, τσουρουφλίζονται για μέρες στο ίδιο καζάνι. Και τούτο γιατί –γαμώτη μου!– είναι οι άνθρωποι που έχουν αλλάξει, που έχουν χαλάσει μάλλον, και που αδυνατούν να σταθούν στο ύψος των ωραίων στιγμών που προκύπτουν τυχαία και ενάντια στην περιρρέουσα, άτσαλη ατμόσφαιρα του στρατού.

Οι μόνοι που στέκονται ενάντια σ’ αυτόν τον κανόνα ή που τουλάχιστον το έκαναν σ’ ό,τι έζησα εγώ, ήταν οι τραχείς και άξεστοι, οι χονδροπρεπείς μα τόσο ανθρώπινοι Πόντιοι. Ξέρω βεβαίως, ότι στο στρατό είναι εκείνοι που συχνά δημιουργούν προβλήματα, λόγω συμπεριφοράς κι απειθαρχίας. Κι εδώ τούτο συνέβαινε συχνά. Μα, στην αλήθεια, πολύ γρήγορα μπορεί κάποιος αν αποτινάξει το βαρύ πέπλο της προκατάληψης να ανακαλύψει τα αληθινά ελατήρια τούτης της συμπεριφοράς. Γιατί είναι συχνά οι νεοέλληνες τσόγλανοι που δημιουργούν το πρόβλημα, κι εξίσου εκείνην η δημοσιοϋπαλληλική πουστιά που έχει καταφάει το φρόνημα των αξιωματικών. Δεν είναι δηλαδή δίχως αιτία η ανυπακοή, αλλά κυρίως διότι διαισθητικά μπορούν να κατανοήσουν πολύ καλά το πως αυτοί οι δύο παράγοντες διαμορφώνουν ένα κλίμα, όπου κυριαρχεί η προσποίηση και η υποκρισία, ένα ήθος βουτυρομαγκιάς και ψευδοστρατοκαβλισμού, ένα προσωπείο ψεύτικο –και γι’ αυτό ανάξιο οποιουδήποτε σεβασμού.

Και τούτο το ξέρουν αμφότεροι οι ελάχιστοι νεοέλληνες φαντάροι και αξιωματικοί, και γι’ αυτό βαθύτατα τους απεχθάνονται –για κείνο ακριβώς που έλεγε ο Νιόνιος ότι «η σύμβασή τους διαισθάνεται σ’ αυτούς μιαν άλλη απειλή».  Οι περισσότεροι αξιωματικοί τους μισούν πολύ και τους φοβούνται περισσότερο. Γιατί δεν μπορούν να τους κάνουν καλά. Ξέρουν, γιατί έχουν μάθει πολύ καλά μέσα από την εμπειρία τους, ότι για να τους συνετίσουν, θα πρέπει να τους εμπνεύσουν –και τούτη η πρόκληση απαιτεί άλλην πάστα ανθρώπων από αυτή που είναι σήμερα, καταναλωτές χάμπουργκερ, και ταβλαδόροι. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι, οι περισσότεροι, που είναι πραγματικοί Πόντιοι και όχι Πόντιοι της ανάγκης και της πλαστής βίζας, διατηρούν ακόμα εκείνην την μαχητική ελληνική συνείδηση, το μυστικό τους όπλο που τους βόηθησε στην επιβίωση μέσα από τους μακραίωνους διωγμούς και τους κατατρεγμούς. Και το πρόσωπό τους φωτίζεται σαν τους μιλήσει κανείς για όλα αυτά, την αντιστασιακή μας συνείδηση, το Βυζάντιο, την αντίσταση στους Οθωμανούς, το ’22. Αλλά όπως καταλαβαίνετε όλα αυτά είναι πολύ χοντρά γράμματα για να τα βάλει ένας αξιωματικός στο στόμα του –κι έτσι η συναδέλφωση δεν πραγματώνεται ποτέ.

Και βέβαια, τα δικά μας, τα κακομαθημένα εκνευρίζονταν να βλέπουν πραγματικά μάγκες, χοντροκέφαλους ανθρώπους, ν’ αμφισβητούν τις απειλές και τις συνέπειες της ανυπακοής μέχρι το τέλος, να μαζεύουν εκατοντάδες φυλακές, οι οποίες χάνουν πια το νόημά τους, γονατίζοντας και τους πιο σκληρούς οπαδούς της πειθαρχίας.

Κι όμως, οι ίδιοι άνθρωποι είναι που πάντα κάνουν τα χειρότερα νούμερα σκοπιά, και που το πρωΐ βαστούν ολόκληρο στρατόπεδο με τα μερεμέτια τους. Και που πάντα θα χαμογελάσουν και θα πουν καλή κουβέντα σ’ όποιον τους καταδεχτεί, ενώ δεν θα πειράξουν ποτέ τον αδύναμο ή εκείνον που θα τους αφήσει ήσυχους να περάσουν το άγος μιας θητείας σ’ έναν στρατό που δεν τους θέλει.

Και είναι αυτό το ήθος, η αξιοπρέπεια που αρκετές φορές παρέδωσε και μαθήματα ακόμα, μ’ έκανε να καταλάβω πως λειτουργεί η διαλεκτική του κυρίου και του δούλου. Γιατί με δίδαξαν οι Πόντιοι με το παράστημά τους, πολλά πάνω στη σχέση του καταπιεστή και του καταπιεζόμενου εν γένει. Στο πως ακριβώς, οι καταπιεσμένοι δίχως ήθος, και δίχως κάτι τελοσπάντων βαθύτερο από την συνείδηση της αδυναμίας που γεννά η περίσταση της επιβολής και της κατωτερότητας, καταντούν θλιβεροί ακόλουθοι ν’ αναπαράγουν μεταξύ τους την ίδια αδικία που εισπράττουν.

Σαν εκείνο το δεκανέα που στην πολιτική ζωή ήταν καλησπεράκιας σε ταβέρνα στην Άθωνος, και που έβγαλε όλο το άχτι επάνω μας, για όλες τις υποκλίσεις και τις καλησπέρες που λέει κάθε μέρα, όρθιος, ενοχλητικός και παράταιρος, για πέντε ψωροδεκάρες.

Ή σαν τον άλλο τον δεκανέα, έναν γκαίη εξουσιολάγνο, που του άρεζε να δίνει παραγγέλματα, να φωνάζει και να διατάζει, να ταλαιπωρεί και να βασανίζει τους φαντάρους σαν να ‘θελε να εκδικηθεί για τις ματαιώσεις και τις απορρίψεις που έχει εισπράξει.

Είναι λοιπόν αυτοί, οι Πόντιοι που στέκονται στον αντίποδα όλης αυτής της ξεφτίλας, που ξαφνικά ξεπετάγεται μέσα στη μικροκοινωνία του στρατού. Όμορφοι γιατί ‘ναι ταυτόχρονα πιστοί στην πατρίδα κι αντιεξουσιαστές, ανεπίδεκτοι πειθαρχίας κι υπάκουοι σε μια πανάρχαια, σχεδόν αρχέγονη ηθική, άγριοι και χαμογελαστοί, απότομοι, και πολύ εκλεκτικοί στην καλοσύνη τους. Αγράμματοι και τόσο πεπαιδευμένοι στο χαρακτηριστικό ελληνικό συναμφότερο.

Είναι οι Πόντιοι, σε δυάδες, και μας χαιρετάνε ξέγνοιαστοι, νύχτα, καθώς ροβολούνε το στρατόπεδο, για να φυλάξουν άλλο ένα γερμανικό, στην πιο άβολη κι ανεπιθύμητη σκοπιά του.

Advertisement
12
Ιον.
10

Φύλλο πορείας στις ξεχασμένες εσχατιές της χώρας

Ζέστη –και η αρβύλα έχει γίνει βραστήρας. Το μπερέ μάλλινο, να ποτίζει και το χιτώνιο να κολλάει στο σβέρκο. Κάποιο ΚΤΕΛ, κάποιος επαρχιακός δρόμος –κάποια μετάθεση, μέσα σε άλλες μεταθέσεις, τροχιές παράλληλες, πυρακτωμένες. Διαδρομές σε μέρη που δεν θα ξαναδείς, μαζί με τύπους ανθρώπων την ύπαρξη των οποίων δεν γνωρίζεις καν, τύπους περιθωριακούς στον δικό μας μικρόκοσμο, αλλά απ’ ότι φαίνεται τόσο κοινούς στο διάχυτο κοινωνικό σώμα.

Δίπλα κάτι πιτσιρικάδες, ένας τσιγγάνος και ένας υδραυλικός από το Περιστέρι ακούνε Γκόα Τράνς. Μιλάνε για τη Μύκονο, για τα πάρτι και τις παρτούζες, και ονειρεύονται την Ταϋλάνδη με τα φτηνά κορίτσια και τα ναρκωτικά. Άνεργοι, αμόρφωτοι, μίζεροι και απελπισμένοι,  ακούνε μια αποβλακωτική μουσική που μοιάζει με τον ήχο της πρέσσας στο εργοστάσιο, και ανταλλάσουν μ’ ένα λεξιλόγιο 80 λέξεων ονείρα ψεύτικα και, πλαστικά . Ψες, όμως, στις καθαριότητες ήταν από τους λίγους που ήρθαν να χώσουμε τα χέρια μας, να ξεβουλώσει το θηρίο, για να πάψει η μπόχα. Και αυτό τους το φιλότιμο, κάνει πιο θλιβερή την κατάστασή τους –να ξοδεύονται με τα πιο θορυβώδικα, αποβλακωτικά και τοξικά σκουπίδια της κωλοκοινωνίας του θεάματος και του καταναλωτικού ευδαιμονισμού.

Πιο δίπλα, ένα παιδάκι από την Ελευσίνα, 17 στα 18, εξηγεί κουνώντας τα χέρια και τα πόδια του για μια νταλίκα, λέει, τούρμπο-ντήζελ, πώς επιταχύνει με 500 άλογα, και αφήνει πίσω της οχλοβοή, καπνό και πάταγο. Τον παρακολουθώ εδώ και βδομάδες: Δεν του φαίνεται ότι έχει τελειώσει το σχολείο –κι από που να το καταλάβεις εξάλλου; Είναι εξπέρ στα παιχνίδια του διαδικτύου, και ξοδεύει τις εξόδους του έγκλειστος σε ένα ίντερνετ καφέ, μεταξύ του facebook και των Role playing Games. Ακούγοντας τον, νομίζεις ότι ανήκει σε έναν άλλο κόσμο, ένας μικρός πρίγκηπας σ’ έναν πλανήτη που κυριαρχούν τα αυτοκίνητα με τις μυθικές επιδόσεις και οι ήρωες με τα σπαθιά των παιχνιδιών του. Για αντιπερισπασμό, του λέω για την κοιλίδα της BP στον κόλπο του Μεξικού, την οικολογική καταστροφή και το αυτοκτονικό μονοπώλιο του αυτοκινήτου. Είναι η σειρά μου να φανώ εξωγήινος, εισπράττοντας βλέμματα αδιαφορίας, καθώς οι τρομερές μου προφητείες τους φαίνονται ασυνάρτητες πολυλογίες.

Δίπλα μου, ένας διδάκτορας πάνω στην ψυχολογία και την αισθητική του σώματος, κοιτάει με συγκατάβαση. Είναι αυτό το στυλάκι του διανοούμενου, δε, που σε κάνει να αναρωτιέσαι τι είναι προτιμώτερο: Το χαός των αποκάτω ή η ξιπασιά του ελιτισμού των αποπάνω; Ρητορικά ερωτήματα, που ο σκοπός τους είναι να υποδείξουν για άλλη μια φορά το πόσο ανάδελφη μπορεί να είναι μια ενδιάμεση θέση –να γλυτώσουμε ρε παιδιά από το ντουβάρι της άγνοιας και από εκείνο των γελοίων εξυπνακισμών των μορφωμένων.

Στην νέα μονάδα, το βλέμμα του επιλοχία έχει κάτι από τη γλίτσα της λαδομπογιάς των τοίχων και των οπλοβαστών. Φωνάζει μα δεν το εννοεί. Το παράστημά του έχει κάτι παράταιρο. Πιο πολύ χάσκει παρά κοιτάει. Λίγο μετά τραβάει χειρόφρενο, και αστειεύεται. Οι μισθοί, οι μεταθέσεις, μια χακί παραλλαγή του αδιεξόδου που κατατρώγει όλη την κοινωνία:

«Και μην με ζαλίζετε με τα βύσματά σας, γιατί θα βγώ με προώρη και θα μου κλάσετε τα αρχίδια». Σιχάθηκε, λέει, την ανυποληψία και την υποβάθμιση που βιώνει, τα βάζει με τα ΜΑΤ και «τους μπάτσους», που γλύτωσαν τα νέα μέτρα. Αλλά είπε πολλά. Κάνει επανεκκίνηση και ξαναπιάνει τις φωνές –άλλα όλοι καταλαβαίνουν ότι πρόκειται για εξαρτημένο αντανακλαστικό.

Σκατά κι απελπισία, κύριοι: Αυτά είναι τα υλικά με τα οποία φτιάξαμε τον θαυμαστό, νέο κόσμο των νεοελλήνων. Και τώρα που θνήσκει, μας ανταποδίδει τις προσφορές μας κατάμουτρα.

====================================

Υ.Γ.1. Οι γνωστοί ας μην ανησυχήσουν. Σκέψεις είναι μόνο και διαπιστώσεις. Δεν κωλώνουμε, ούτε καταποντιζόμεθα. Διαπιστώνουμε τα αδιέξοδα, και «κατανοούμε τους όρους για την υπέρβασή τους». Απαισιοδοξία της λογικής, αισιοδοξία της βουλήσεως –που θα ‘λεγε κι ο Γκράμσης.

Υ.Γ.2: Τι είναι άραγε ο στρατός; Πρίν από όλες τις αναλύσεις, για μένα, είναι ένα τεράστιο εργαστήριο όπου μπορεί κανείς να καταγράψει την μικρογραφία της κοινωνίας στην ολότητά της. Και μια ευκαιρία να περιπλανηθεί σε τόπους, όπου εκεί δεν πάει κανείς. Ούτε ο θεός, ούτε οι σικ πρωτευουσιάνοι με τα τροχοφόρα τους.

30
Μάι.
10

Το σώμα σε κώμα

Οποιαδήποτε δημόσια συζήτηση περί του στρατεύματος και του ρόλου του μέσα στη σημερινή Ελληνική κοινωνία υπονομεύεται εξ αρχής από τα φαντάσματα που ξόρκισε η ίδια η μεταπολίτευση. Η χούντα, κι εκείνος ο τόσο χαρακτηριστικός αυτισμός της δήθεν εθνικοφροσύνης που διαπότισε το στράτευμα από τον εμφύλιο και μετά απαγορεύει οποιαδήποτε σοβαρή συζήτηση σε σχέση με το πώς μπορεί η ίδια η ελληνική κοινωνία να αναδιοργανώσει και να διαχειριστεί το ένοπλο δυναμικό της, το οποίο ας μην ξεχνάμε πως σε μια εποχή που βασιλεύει η πιο χυδαία και εξατομικευμένη ελληνική εκδοχή του καπιταλισμού είναι ακόμα λαϊκό.

Το ίδιο φάντασμα εκδηλώνεται και πίσω από τα συρματοπλέγματα που διαχωρίζουν την πολιτική από την στρατιωτική ζωή. Μέσα στο στρατό, όμως, παίρνει πολύ διαφορετική μορφή. Εκεί, το φάντασμα ενός ολόκληρου στρατιωτικού κόσμου που ξεπήδησε μέσα στα χρόνια του εμφυλίου, του κράτους της δεξιάς και που κατέληξε στην δικτατορία υφίσταται ως σκιάχτρο που ναρκώνει το στράτευμα, καταδικάζοντάς το σε κώμα. Έτσι ο στρατός σήμερα αποφεύγει οποιαδήποτε σχέση και αναφορά τόσο στο παρελθόν, τις παραδόσεις και την ταυτότητα της Ελλάδας, όσο και με το παρόν της, δηλαδή με τα τραγικά αδιέξοδα που υπονομεύουν την εθνική ανεξαρτησία και απειλόυν την κοινωνία μας με κατάρρευση.

Σήμερα ο στρατός έχει καταντήσει δηλαδή ένας απρόσωπος και αποψιλωμένος από οποιαδήποτε έννοια συλλογικής ταυτότητας, άκρως εργαλειοποιημένος θεσμός, ο οποίος δυσκολεύεται πάρα πολύ να εφεύρει και να προωθήσει στο εσωτερικό του πραγματικούς συνεκτικούς δεσμούς. Γι’ αυτό και ιδιαίτερα στο φαντασιακό πεδίο λειτουργεί με θλιβερά υποκατάστατα: Για τα στελέχη είναι η πλατιά διαδεδομένη αντίληψη  ότι ο στρατός αποτελεί την πιο εξασφαλισμένη εκδοχή του δημοσίου τομέα (μια αντίληψη που  προωθεί συστηματικά η κυρίαρχη νεοελληνική ιδεολογία σε όλους τους νέους, μέσα από την προπαγάνδα του «επαγγελματικού προσανατολισμού» που διεξάγουν τα ΜΜΕ κάθε άνοιξη). Και για τους δε φαντάρους, οι συνεκτικοί δεσμοί δεν είναι παρά οι πιο χυδαίες εκφράσεις της τηλεοπτικής κουλτούρας του συρμού, η μέχρι αηδίας δηλαδή συζήτηση για την Τζούλια Αλεξανδράτου, την Ντούβλη και τις μεταγραφές στο ποδόσφαιρο.

Αυτές είναι οι κύριες πτυχές της ιδεολογίας του στρατεύματος σήμερα. Και βέβαια, μέσα σ’ αυτόν τον τελματωμένο από ιδεολογία, ταυτότητα και ελπίδα περιβάλλον τίποτε δεν πάει καλά. Πώς θα εξορθολογιστεί η πειθαρχία που απαιτεί ο στρατός δίχως να υπάρχει η επίκληση σε ανώτερα ιδανικά; Και πως θα διαχειριστεί, είτε ο φαντάρος, είτε τα στελέχη και οι αξιωματικοί, ένα ρεύμα που έχει επικρατήσει την τελευταία 25ετία, για την φιλελευθεροποίηση και τον εκδημοκρατισμό μέσα στο στρατό; Αν η πειθαρχία του στρατού φάνταζε στο παρελθόν αποτρόπαια, φασιστική και εκμηδενιστική, σήμερα εκνευρίζει μόνο για την παραδοξότητά, και τον σουρεαλισμό της, ενώ, βεβαίως, φαντάροι και αξιωματικοί ερμηνεύουν τον «εκδημοκρατισμό» όπως και η υπόλοιπη ελληνική κοινωνία: όχι ως μια σοβαρή απόπειρα για εξισωτισμό, αλληλοσεβασμό, αλληλεγγύη και αλληλοβοήθεια, αλλά ως ασυδοσία, σταρχιδισμό και λούφα.

Όλα αυτά, όμως, δημιουργούν ταυτόχρονα ένα τέλμα και ένα κενό. Κι επειδή οι ανθρώπινες κοινωνίες, όπως και η φύση, απεχθάνονται το κενό, τούτο σπεύδει να καλυφθεί από την κεκτημένη ταχύτητα της κυρίαρχης νεοελληνικής ιδεολογίας. Βεβαίως, η πρόταση που αυθόρμητα προκύπτει και που τώρα βρίσκεται σε φάση υλοποίησης, απηχεί σ’ όλα τα κεντρικά χαρακτηριστικά του υπερφιλελεύθερου, άκρως εξατομικευμένου, παγκόσμιου καπιταλισμού: Γι’ αυτήν, ο στρατός θα πρέπει να γίνει μισθοφορικός,να αναδιοργανωθεί βάσει ιδιωτικοοικονομικών κριτηρίων και να αποκοπεί ολοκληρωτικά από το κοινωνικό σώμα.

Απέναντι σ’ αυτήν τη θέση, δεν υφίσταται καμία εναλλακτική λύση, με κύρια ευθύνη της αριστεράς, η οποία στην Ελλάδα επέλεξε να θεωρητικοποιήσει πλήρως τη «λούφα και παραλλαγή», προωθώντας μια στρεβλή αντίληψη «συνδικαλισμού» στο στρατό, που προσέχει μόνο τις υπηρεσίες, τις άδειες και τις μεταθέσεις, αδιαφορώντας απολύτως για την διαχείριση και το περιεχόμενο του θεσμού. Κι αυτό βέβαια γιατί, ένα μεγάλο κομμάτι της ρητά ή άρρητα θα επιθυμούσε στο ίδιο μήκος κύματος με τον φιλελεύθερο καπιταλισμό, να καταργηθεί το σώμα των κληρωτών, αν όχι να καταργηθεί  ο στρατός ολοκληρωτικά. Μέχρι τότε, βέβαια, μπορεί να υπερασπιστεί τα «δικά του παιδιά».

Κι όμως, οι συνθήκες ευνοούν την διαμόρφωση και την προώθηση μιας εναλλακτικής πρότασης. Μιας εναλλακτικής πρότασης που θα κινείται στον αντίποδα των σημερινών τάσεων και θα επιμένει να χτίσει έναν δημοκρατικό, λαϊκό, εξωστρεφή στρατό άμεσα. Και αυτή η απόπειρα μπορεί να πετύχει για πέντε κυρίως λόγους.

Πρώτον, γιατί είναι ζήτημα αποτελεσματικότητας. Η ελληνική κοινωνία διέρχεται ίσως την μεγαλύτερη κρίση της ιστορίας της, και βλέπει το φάσμα μιας πολλαπλής κατοχής, με αιχμή τον νεο-οθωμανισμό να πλανιέται πάνω από το κεφάλι της. Βεβαίως, μέσα σ’ αυτήν την κατάσταση, ένας αποτελεσματικός λαϊκός  στρατός αποτελεί εχέγγυο ελευθερίας, αυτονομίας, και δημοκρατίας.

Δευτέρον, γιατί μια τέτοια εκδοχή του στρατού, μπορεί να αντλήσει από τις πιο σημαντικές παραδόσεις του ελληνικού λαού. Υπάρχει ήδη μέσα στην ιστορία μας σε διάφορες μορφές. Πιο συγκεκριμένα, η στρατιωτική παράδοση του ύστερου Βυζαντίου (που ανακεφαλαιώνεται στο σύμβολο του Διγενή Ακρίτα), η συνέχειά της με τον τρόπο που εκδηλώθηκε τόσο στις κλέφτικες παραδόσεις, όσο και στα αντάρτικα (κυρίως με το ΕΑΜ), μπορούν να αποτελέσουν παραδείγματα για την ανασυγκρότηση του στρατεύματός μας. Γιατί μέσα από αυτά μπορούμε να καταλάβουμε τη σημασία της κοινωνικής κινητοποίησης για την οργάνωση του στρατού, το πως λειτούργησε η κοινοτική αυτό-οργάνωσή του, τη σημασία που έπαιξε η πρωτοβουλία, η εφευρετικότητα και η πολυειδίκευση στην αποτελεσματική αντιμετώπιση εχθρών πολύ πυκνότερων και ισχυρότερων, αλλά και να αντλήσουμε από το μεγαλειώδες αντιστασιακό πνεύμα και το διάβημα της ελευθερίας που χαρακτηρίζει την ιστορική διαδρομή του ελληνικού λαού. Η επεξεργασία όλων αυτών των στοιχείων σαφέστατα μπορεί να επιτρέψει την διαμόρφωση ενός «ελληνικού δρόμου» για λαϊκής στρατιωτικής οργάνωσης, που να απαντάει στις γεωπολιτικές ιδιαιτερότητες που έχει να αντιμετωπίσει η χώρα μας.

Τρίτον, γιατί το πρότυπο ενός δημοκρατικού, λαϊκού στρατού έχει αποδειχθεί τον τελευταίο καιρό πολύ πιο αποτελεσματικό από πάρα πολλές απόψεις, σε σχέση με στρατούς υπερεξοπλισμένους, υπερ-επαγγελματικούς και εσώκλειστους στα στρατεύματά τους. Τα παραδείγματα της Χαμάς και της Χεζμπολά στο πεδίο της μάχης εναντίον  του Ισραηλινού στρατού είναι μόνο τα πιο πρόσφατα. Από μια άλλη σκοπιά, αλλά στο ίδιο μήκος κλίματος, είναι και το παράδειγμα του Βολιβαριανού στρατού της Βενεζουέλας: Ενός στρατού που αμφισβήτησε την διελκυστίνδα αναμεταξύ ενός στρατού εργαλείου των αντιλαϊκών δικτατόρων, κι ενός στρατού εσώκλειστου και ιδρυματοποιημένου στα στρατεύματα, και άνοιξε προς την κοινωνία, παίρνοντας ενεργό μέρος στην καταπολέμηση της φτώχειας, στην διασφάλιση των υποδομών για το λαό, χτίζοντας σχολεία, και αναλαμβάνοντας ένα μεγάλο μέρος της κοινωνικής και αλληλέγγυας οικονομίας.

Τέταρτον, γιατί η κρίση και η τελμάτωση έχει ξυπνήσει τις ευαισθησίες στους ανθρώπους, και είναι μετά από πάρα πολλά χρόνια έτοιμοι να μιλήσουν, να ακούσουν και να συζητήσουν σχετικά με αυτά τα θέματα.

Και πέμπτον, γιατί το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση είναι ακόμα κεκτημένο. Παρ όλες τις παγκοσμιοποιητικές μεταρρυθμίσεις που έχουν πραγματοποιηθεί τον τελευταίο καιρό, και παρ όλη την στρέβλωση στις λογικές και τις πρακτικές που έχει μεταδόσει το γενικότερο κλίμα της ελληνικής κοινωνίας και στο στράτευμα, αυτό δεν παύει να έχει ως βάση του κληρωτούς, δηλαδή να έχει σε τελευταία ανάλυση λαϊκή βάση. Αυτό, βεβαίως, όπως είπαμε και στην αρχή, στις εποχές του πιο παροξυστικού καπιταλιστικού ατομικισμού είναι μια παραφωνία που σαφέστατα θα πρέπει να εκμεταλλευτούμε.

Εν τάχει, μπορούμε να πούμε ότι μια θητεία που θα περιλαμβάνει από θεωρητικά μαθήματα (στρατιωτικής και πολιτικής ιστορίας, γεωπολιτικής και διεθνών σχέσεων), εκπαίδευση στα όπλα, αλλά και πρακτική κοινωνική συνεισφορά (προγράμματα κοινωνικής αλληλεγγύης –συσσίτια, κατασκευές και συντήρηση υποδομών, μαζική μεταφορά κ.ο.κ.), μπορεί να αποτελέσει τη βάση για την συγκρότηση αυτού του εναλλακτικού προγράμματος για τον στρατό. Τέτοιου τύπου προτάσεις, όχι μόνο μπορούν να διαμορφώσουν έναν αποτελεσματικό στρατό με υψηλό φρόνημα αντίστασης και ελευθερίας, αλλά και θα δώσουν πραγματικά την αίσθηση στους φαντάρους ότι συνεισφέρουν ενεργά στον αγώνα του ελληνικού λαού για μια αξιοπρεπή ζωή, δίνοντας άλλο νόημα στην συμμετοχή τους στο στρατό.

Και σ’ αυτό το ζήτημα, όπως και σ’ όλα τα άλλα που κατακρημνίζουν την ελληνική κοινωνία, απαραίτητη προϋπόθεση για να πιστέψουμε σε κάποια θετική αλλαγή, είναι να υπερβούμε τους καταρρέοντες ορίζοντες του μεταπολιτευτικού μας βίου. Μέχρι τότε, η συζήτηση θα ανακυκλώνεται βασανιστικά σε ό,τι στρατιωτικό έχει μάθει να απασχολεί την κοινή γνώμη τα τελευταία χρόνια: Τα Ι5 των καλλιτεχνών, τα βύσματα των χαϊδεμένων τους τέκνων, και την προοπτική αυτά τα ίδια τα τέκνα να «τσιμπίσουν χιλιαρικάκι και βάλε» επιλέγοντας να φοιτήσουν στις στρατιωτικές σχολές των αξιωματικών και των υπαξιωματικών. Έτσι όμως, η κερκόπορτα θα παραμείνει ανοιχτή, οι εχθροί θα παραμείνουν εντός των πυλών, και τα νέα, πιο τρομερά δεσμά από Δύση και Ανατολή θα μας καθηλώσουν για άλλη μια φορά υπόδουλους.




Ιανουαρίου 2023
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031