Archive for the 'Σκέψεις' Category

21
Αυγ.
11

Κάτω τα χέρια απ’ τις νύχτες μας (κονσέρβα με συντηρητικά)

Επειδή ο σαμζεροζούμ γρινιάζει αυγουστιάτικα για κείμενα που δήθεν χαθήκανε, αναδημοσιεύω δαμαί το κείμενο για τα μπάρ, έτσι όπως το βρήκα από την cache (ψαψε) του γούγλ.

===================================================

Στ’ «ανίψια»,

στον greg, που άνοιξε τον χορό των προσωπικών σημειωμάτων

 

Με την Τ. τα είχαμε κάποτε. Περιπετειωδώς! Η σχέση μας πήγαινε σαν τους σύντομους κύκλους της οικονομικής ανόδου και ύφεσης. Μόνο που κάθε φορά, στο κοίλον της κάθε φάσης, μεσολαβούσε ένα κραχ του 1929- δηλαδή γινόμασταν δαντέλες. Ε, κάποια στιγμή, οι όροι της κρίσης δεν επέτρεψαν κάποιο New Deal. Ο Κέυνς εξ’ άλλου το είχε πει: Μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί! Το ίδιο και αυτή η σχέση. Οπότε, πάψαμε να μιλάμε. Εντελώς!

 

Τέλοσπαντων. Ο καιρός έχει περάσει. Ο πραγματικός χρόνος είναι, σχετικά, λίγος, αλλά ο προσωπικός, πολύς. Νοιώθω αυτό που κάποτε είχε τραγουδήσει ο Ντύλαν: Πολύ νεώτερος απ’ ό,τι τότε. (My back Pages).

 

Είναι κι αυτό ένα εύκολο, «ζωτικό ψεύδος» για να προσπεράσω στα γρήγορα τις μαλακίες που έχω κάνει, αλλά και τις μαλακίες που μου ‘χουνε κάνει. Επειδή όμως δεν ανήκω στην φυλή των Καρεκλοκένταυρων «Ρεπού-ση», θεωρώ ότι «ζωτικά ψεύδη» ενίοτε αποδεικνύονται χρήσιμα στις προσωπικές υπερβάσεις.

 

Εν πάσει περιπτώσει, οι υπερβάσεις γίνονται (και) δια της συνθέσεως. Και στη σούμα που έγινε, κάπου μου ξεφύγανε μερικά δράμια ενοχών. Κι επειδή ανήκω σ’ εκείνους που πιστεύουν ότι οι ενοχές είναι χρήσιμο συναίσθημα, προκειμένου να εξισορροπήσει ο αναπόφευκτος –για την γενιά μου– ναρκισσισμός, φροντίζω να μην τις αγνοώ.

 

Γι’ αυτόν τον λόγο, που-και-που, περνάω από το μπαράκι που δουλεύει, να πω ένα γεια. Και μόνο ένα γεια. Γιατί όλα τα υπόλοιπα έχουν λεχθεί.

 

Πήγα και προψές. Ήμουνα για λίγο στην Θεσσαλονίκη. Με κάτι κα-τα-πλη-κτι-κούς φίλους, με τους οποίους στήσαμε μαζί στο στέκι μία έκθεση ζωγραφικής. Όταν τελείωσαν όλες οι δουλειές, αργά το βράδυ, πέρασα από εκεί με τ’ «ανίψια».

 

Το μπαράκι δεν είναι τίποτε το ιδιαίτερο. Έχει δυνατή μουσική και ψιλό-τσιμπημένα ποτά. Για κάποιον αδιευκρίνιστο- σ’ έμένα- λόγο έχει κατοχυρωθεί ως το κατ’ εξοχήν πέρασμα των «εναλλακτικών», φρικιών «ντε-και-καλά-διαφορετικών» νεολαίων της πόλης.

 

Καθήσαμε, παραγγείλαμε, μας έφεραν τα ποτά. Πληρώσαμε, μας πιάσανε τον κώλο, και ήπιαμε από μία γουλιά.

 

Πολλές φορές η υπερβολική κούραση, σε φέρνει ενώπιον μίας τρομακτικής διαύγειας. Είναι σαν, μαζί με τον βιολογικό και τον ψυχολογικό σου εαυτό να έχουν εξαντληθεί και οι ορίζοντες του
τετριμμένου, έτσι ώστε σαφώς να διακρίνεις πέρα από αυτούς.
Κι εγώ, 42 ώρες άυπνος, χαμένος κάπου μεταξύ μίας εφημερίδας, ενός περιοδικού, ενός φοιτητικού φυλλαδίου, μιας εκδήλωσης, μιας έκθεσης ζωγραφικής και μίας διπλωματικής είχα μπόλικη τέτοια.
Έτσι, βρέθηκα να παρακολουθώ τριγύρω, όσους περνούσαν, όσους στέκονταν σίγουροι για τον για τον εαυτό τους, με το ποτό στο χέρι και με κάτι-σαν-χαμόγελο-επιτυχίας φορεμένο στο στόμα, κι όσους χόρευαν στους ρυθμούς κάτι σκρατσό-λουπαρισμένων λατινό-νταμπαντούμπα.

 

Ξαφνικά μου φάνηκαν σαν ακίνητοι, καρφωμένοι, στο ίδιο σημείο, κάθε Σάββατο, να συστήνουν το ίδιο ντεκόρ: αυτό μιας ανέμελης νεολαίας που διασκεδάζει κάθε φορά σαν να είναι η τελευταία, μ’ αυτήν την ιδιαίτερη αίσθηση του εφήμερου που χαρακτηρίζει την γενιά μου.

 

Γνωρίζω από πού έλκει ιδεολογικά την καταγωγή του αυτό το πρότυπο: Im girum imus nocte et consumimur igni (Κάνουμε κύκλους μέσα στην νύχτα και η φωτιά της μας καταβροχθίζει) έλεγε κάποτε ο Ντεμπόρ. Αρνούμαστε κατηγορηματικά τους ρόλους, τις σχέσεις και τα πρότυπα που κυριαρχούν στα πλαίσια της (τότε) μοντέρνας κοινωνίας, αμφισβητούμε τον πειθήνιο εργαζόμενο-προτεσταντικής ηθικής-αποταμιευτή, τον ήσυχο δημοκράτη νοικοκυραίο της διπλανής πόρτας. Ξεχυνόμαστε πέραν των χώρων της κυριαρχίας τους –δηλαδή στην νύχτα, όταν οι μηχανές, τα γρανάζια και οι χειριστές τους κοιμούνται– να ζήσουμε έντονα, καταιγιστικά, εδώ και τώρα, οργανώνοντας τις ζωές μας –πέραν οποιασδήποτε αναγκαιότητας– με βάση την αρχή της απόλαυσης: Αφήνουμε την φωτιά της να μας καταβροχθίσει.

 

Πήρα τα πράγματα από την αρχή. Άρχισα πάλι να παρακολουθώ τους γύρω μου, το μαγαζί. Όχι, κανείς δεν διέγραφε καμία κίνηση. Κανείς δεν διέγραφε κανέναν κύκλο μέσα στην νύχτα. Όλοι καθόντουσταν εκεί, στο μπαρ, «περνούσαν καλά» μέχρι να ξημερώσει.

 

Οι δρόμοι ήταν άδειοι. Το ίδιο και οι πλατείες, τα πάρκα, και πάει λέγοντας. Που και που, μόνο, έβλεπες μερικούς περαστικούς, οι οποίοι με βιάστηκα ή με αργά, ασταθή, μεθυσμένα βήματα έψαχναν το νήμα της συνέχειας. Ένα μπαρ, κι ύστερα άλλο, κι άλλο, κι άλλο.

 

Ναι λοιπόν, το κέντρο, ο άρχοντας αυτής της «ανέμελης διασκέδασης» ήταν το μπαρ. Είναι το μπαρ.

 

Κι όσο οι ζωές μας οργανώνονται βάσει αυτής της υποτιθέμενης «αρχής της απόλαυσης» κι άρα επίκεντρο της ζωής μας είναι η «ανέμελη διασκέδαση», άλλο τόσο κεντρικότερη σημασία έχει σ’ αυτήν το
μπαρ.

 

Διαμεσολαβεί, δηλαδή, στα πάντα. Εκεί γνωρίζεις φίλους, γνωστούς, το ταίρι σου. Εκεί διασκεδάζεις, εκεί συζητάς πολιτικά. Εκεί ξεδιπλώνεις τον καλύτερο και τον χειρότερο εαυτό σου, εκεί γίνεσαι εσύ.
Είπαμε, η κούραση σε βοηθάει καμιά φορά να υπερβείς το τετριμμένο, όχι να το καταργήσεις. Γι’ αυτό αίφνης κατέφυγα στην βολική, τσιτατολαγνεία:

 

Ο βασιλιάς-εμπόρευμα, μέσω της βιομηχανίας της διασκέδασης, καταδυναστεύει τον ελεύθερό μας χρόνο αποικιοποιώντας τις νύχτες μας και ό,τι αυτές συνεπάγονται.

 

Άρχισα να σκέφτομαι πιο διεξοδικά το ζήτημα. Πάνω σε χαρακτηριστικά των μπαρ, της νύχτας, της διασκέδασης:

 

Κι επειδή ήμουν και πρόσφατο θύμα, σκέφτηκα πρώτα την τιμή του ποτού.

 

Τι πληρώνουμε ρε πούστη για να «συνωστιστούμε» ‘δω χάμου…μιλάμε είμαστε πολύ μαλάκες. Λες και δεν έχουμε κασσετόφωνο, λες και δεν μποορύμε να ‘πάμε να ψωνίσουμε κανένα ποτό και να την
πέσουμε σε κανένα πάρκο…

 

Τι πληρώνουμε άραγε;

 

Πολλές φορές διαμαρτύρονται από τα κανάλια για το «όργιο της κερδοσκοπίας στην νύχτα». Κλασσικό ζήτημα. Ένα ποτό ή ένας καφές φαίνεται να πωλείται 200% ή 300% πάνω από το πραγματικό του κόστος.
Οι ιδιοκτήτες επικαλούνται εν είδει αντιλόγου τα λειτουργικά έξοδα. Οι πιο έξυπνοι, υπολογίζουν και ανταπαντούν: μένει τουλάχιστον 150% σπέκουλας.

 

Έχουν δίκιο κι άδικο, σκέφτηκα.

 

Άδικο, γιατί δεν ξέρουν να υπολογίζουν τις αξίες στα πλαίσια του τούρμπο-καπιταλισμού που ζούμε. Στα 7 ευρώ το ποτό δεν πληρώνεις μόνο το ποτό ή το νοίκι, ή τους εργαζόμενους
του μαγαζιού. Πληρώνεις και μια σειρά «άυλων» αγαθών, «υπηρεσιών», που προσφέρει το μπαρ: δηλαδή την κοινωνικότητα, το φλερτ, την εξομολόγηση, τον χώρο και το «ξέδωμα» όλα όσα θα νοιώσεις και θα βιώσεις μέσα εκεί.

 

Δίκιο, γιατί πέφτουν μέσα όταν μιλάνε για ληστεία. Μόνο που συμβαίνει κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που την εννοούν. Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Όπως είδαμε, πληρώνεις για όσα θα ζήσεις, ή για την φιλοδοξία να τα ζήσεις. Εξαγοράζεις την νύχτα σου από τους μηχανισμούς αυτής της βιομηχανίας, που σου την αφαίρεσαν.

 

Η ληστεία, δηλαδή, αφορά στην αρπαγή των συναισθημάτων, της κοινωνικότητας– ίσως ακόμα και του έρωτα– από την βιομηχανία της διασκέδασης και όχι μόνο στα 3,4 ή 5 ψωροευρώ («ψωρό», με την έννοια ότι μας κλέβουν κάτι πολύ ευρύτερο). Αυτό πληρώνουμε, πλέον, στα μπαράκια. Στην τιμή του ποτού εξαγοράζουμε μία τζούρα από την ζωή που μας έχουν κλέψει.

 

Δυσφορία.

 

Γύρισα και είδα έναν γνωστό, ντι-τζέι, σε άλλο μπαρ, που περνούσε εκείνη την ώρα. Καλό παιδί, ψιλό «φίρμα» στους χώρους μας ως ντί-τζέι, δίχως όμως να το παίρνει και πολύ στα σοβαρά. Χαιρέτησε κι
έφυγε…

 

Σκέφτηκα αυτόν. Και τον κάθε «αυτόν». Ότι είναι «φίρμα». Και το γιατί.

 

Σκέφτηκα το πώς στην καθημερινότητά μας μετράει πλέον το μπαρ, όχι μόνο ως τον συγκεκριμένο χώρο, αλλά ως γενικό μέτρο, ως γενικό κριτήριο, ως γενική αξία. Πόσες φορές στις παρέες μας δεν το έχουμε αντιμετωπίσει; Στους μικρούς μας κύκλους; «Ο τάδε (ή η δείνα) είναι γνωστός (γνωστή) (και μπορεί και διάσημος/η) γιατί δουλεύει στο πάντιο μπάρ».

 

Πως δουλεύει; Τι παίρνει; Σχεδόν τίποτε. Ασφαλίζεται; Όχι. Πότε σχολάει; Παρασκευή και Σάββατο; Γάμησέ τα, γύρω στις 6.

 

Και τότε γιατί του αρέσει; Γιατί ακριβώς γίνεται γνωστός μέσα από εκεί. Και διευρύνει εκθετικά τον κύκλο των γνωριμιών του, και μάλιστα διατηρώντας μια προνομιακή σχέση, αυτού που είναι «μέσα στα κόλπα».

 

Γιατί η βιομηχανία της διασκέδασης παράγει και διακινεί τα δικά της μικρό-κοινωνικά στάτους. Και είναι απαραίτητα «αντισταθμιστικά» προκειμένου αυτός ο «τάδε» ή η «δείνα» να συμφιλιωθεί–βεβαίως, βεβαίως– με τις άθλιες, καράμαυρες εργασιακές συνθήκες που επικρατούν. Γιατί σιγά μην άντεχε κανείς, με τους ίδιους όρους και τις ίδιες ώρες, ν’ αντέξει τον εαυτό του δουλεύοντας –λογουχάρη– σ’ ένα βυρσοδεψείο…
…Μαζί με την αρπαγή, δηλαδή, δώρο κι ένα παραμύθι

 

Αηδία

 

Γύρισα και κοίταξα «τ’ ανίψια» μ’ ένα βλέμμα βουτηγμένο στην ξινίλα– σκέτη ρέγγα παστή. Εκείνοι μου ανταπέδωσαν το βαριεστημένο βλέμμα του Χάνου: «Θείο, μέσα στα κέφια
είσαι·
σε λίγο θα μας φέρουνε τα κόλλυβα σε σφηνάκι».

 

Ελήφθη το μήνυμα. Πάμε για ύπνο.
Γύρισα και κοίταξα αυτήν την συγκεκαλυμμένη κατάπτωση που μας περιστοιχίζει. Είδα μέσα μου και βρήκα τον καθρέφτη της.

Έφυγα, με ανάμεικτα συναισθήματα χαράς και λύπης:

Θλιμμένος για την ύπαρξη της αόρατης μεγαμηχανής που μας περικυκλώνει, πετσοκόβοντας κομμάτι-κομμάτι τις ζωές μας.

Χαρούμενος γιατί βρήκα έναν ακόμη πραγματικό εχθρό, να συμπληρώσω το πάζλ μου με τους ανεμόμυλους.

Υστερόγραφο: Θα ‘ρθει κάποτε ο καιρός, που θα ξανακάνουμε κύκλους μέσα στην νύχτα, με την φωτιά της­­- κι όχι τα ψυχρά φώτα του νέον- να μας καταβροχθίζει. Και τότε, οι χώροι αυτοί θα χάσκουν εγκαταλελειμμένοι, κενοί κι ερειπωμένοι, σαν ναοί μιας περασμένης, παράταιρης θρησκείας.

23 Μαΐου 2007

Advertisement
15
Απρ.
11

Μια φωτογραφία

Δεν έχω να πω τίποτα. Δεν μπορώ να πω και τίποτα -θα ήταν πολύ μικρό. Βλέπω και ξαναβλέπω αυτή τη φωτογραφία. Αντιλαμβάνομαι το τι χάσαμε όλον αυτόν τον καιρό παραδέρνοντας στους λαβύρινθους μιας κίβδηλης ευτυχίας.

Πρίν από λίγο, ήμουν με φίλους αδελφικούς, συντρόφους, αγιογράφους, στο εργαστήρι τους. Είναι παράξενο, μα αυτή η φωτογραφία φέρνει στο νου μου τις μορφές των αγιών που στέκονταν απέναντι μου.

Χαίρομαι που η κυρία Ελένη, μου δώρισε αυτό το μοναδικό ντοκουμέντο ελευθερίας, αξιοπρέπειας και υπερηφάνιας. Σκέφτομαι ότι η αντίσταση είναι γονιμοποιός δύναμη της ζωής.

Αγώνας για πάντα, σύντροφοι και συντρόφισσες. Η νίκη είν’ ο αγώνας.

1957 ή 1958 Κέρφιου στο χωριό Μηλικούρι. Στο βάθος διακρίνεται Άγγλος αλεξιπτωτιστής

«Mια άλλη πτυχή των μεγάλων δοκιμασιών που υπέστη ο κυπριακός Ελληνισμός την περίοδο αυτή, λιγότερο ή ελάχιστα γνωστή, και για την οποία χρήσιμο θεωρούμε να γίνει σύντομη υπενθύμιση, αφορά στις συλλογικές τιμωρίες και τα βασανιστήρια. Θα μπορούσαν να αποτελέσουν ένα ξεχωριστό, εκτεταμένο κεφάλαιο.

[ ]

Η μέθοδος των συλλογικών τιμωριών, ένα από τα ειδεχθέστερα εγκλήματα πολέμου, είχε ευρεία εφαρμoγή σε πόλεις και αγροτικές κυρίως κοινότητες. Άρχιζε από τον τιμωρητικό εγκλεισμό του κατ’ οίκον περιορισμού (το γνωστό «Κέρφιου»), αφόρητου, ιδιαίτερα λόγω του καύσωνος των θερινών μηνών, που μπορούσε να διαρκεί επί μέρες και εβδομάδες ακόμη (π.χ. η περίπτωση του ορεινού χωριού Μηλικούρι που διήρκεσε 50 ημέρες!), μέχρι την επιβολή προστίμων χιλιάδων λιρών, τα οποία όφειλαν να καταβάλουν οι κάτοικοι εντός συντόμου χρονικού διαστήματος, εν είδει τελεσιγράφου υπό τη σκιά των πάνοπλων Βρετανών στρατιωτών. Τα ποσά αυτά συμποσούνται σε εκατομμύρια λίρες, συμπεριλαμβανομένης της φθοράς και καταστρoφής περιουσιών και καλλιεργειών και της απώλειας χιλιάδων μεροκαμάτων. Η εικόνα συμπληρώνεται με τις πρωτοφανείς σε έκταση ομαδικές συλλήψεις με αποκορύφωμα το μεγάλο ανθρωπομάζωμα του καλοκαιριού του 1958».

Ανδρέα Παστελλά, Πενήντα χρόνια μετά: Η ένοπλη κυπριακή επανάσταση του ’55-’59….

10
Απρ.
11

Διαβάστε ‘δω το παλουκάρι

Έχει κάτι να μας πει… Είναι για το Φεστιβάλ της Κερατέας

 

Ζουμσέρο… Σέροζούμ…Μούζσεροζαμ… ΣαμΖέροΣαμ! (το Βρήκα!)

Α πρό πο, στους λιγοστούς φίλους τουτηνής της σελίβας, 150 κατασκευαστές πλυντηρίων συστήνουν ανεπιφύλακτα το ως άνω ιστολόγιον, εξαιρετικόν στο πεδίον της καθημερινό-πολιτιστικό-κενωνικής κριτικήςε

Καλό βράδυ και καλήν εβδομάδαν

Το νού μας!

06
Απρ.
11

Είχαμε περηφάνια

 

Έχετε προσέξει κάτι; Μετά το 1989 και την κατάρρευση όλου αυτού του κόσμου που σηματοδότησε ο «υπαρκτός», όλες οι εξεγέρσεις των απόκληρων του κόσμου είχαν ως σημαία τους την αξιοπρέπεια. Από τους εξεγερμένους Ζαπατίστας, μέχρι την πλατεία Ταχρίρ.

Όχι το εισόδημα ή την φτώχεια –που τόσο καλά καταγράφεται στις αναλύσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, αλλά την περηφάνια, την απωλεσθείσα αξιοπρέπεια των φτωχών ανθρώπων…

Έχετε σκεφτεί ποτέ γιατί;

Ο μαρξισμός, όπως και ο φιλελευθερισμός, προσέγγιζαν -στη θεωρία πάντα- όλον τον πόνο των εκμεταλλευόμενων με όρους μισθού και εισοδήματος. Στην ανάλυσή τους, ο άνθρωπος-εργάτης, η ανθρώπινη εργασία δεν ήταν παρά ένα εμπόρευμα.

Όμως η συνείδηση των καταπιεσμένων, ο πόνος και ο καημός τους δεν είναι ίσος κι όμοιος -ας πούμε- μ’ οποιοδήποτε άλλο εμπόρευμα κυκλοφορεί στην αγορά. Δεν είμαστε προϊόντα της Μηχανής…

Έχουμε ψυχή, κύριοι, κι αυτή η ψυχή δεν είναι που χωρά στα καλούπια ενός κόσμου που θέλει να μεταβάλει κάθε ποιότητα σε αποτιμημένη, ανταλλάξιμη μονάδα. Έχουμε όνομα, σώμα, πατρίδα και ταυτότητα, δεν αρκούμαστε να είμαστε κάποιο «νούμερο 8» στην κοινωνική μηχανική του Κεφαλαίου.

Σκέφτομαι πώς μια από τις αστοχίες αστοχία των απελευθερωτικών θεωριών του παρελθόντος έγκειται ακριβώς στο ότι απέτυχαν να συλλάβουν αυτή την ανθρώπινη-υπαρξιακή συνθήκη των εκμεταλλευόμενων. Στο ότι, ακριβώς σ’ αυτό το ζήτημα, επέλεξαν να μιλήσουν με την γλώσσα της κυριαρχίας.

Ό,τι προσπαθώ να πω μ’ αυτό το πόστ, το είπε ο Μπιθικότσης μ’ ένα λυγμό, στο τραγούδι που προηγείται…

Για να καταλαβαίνουμε τι συμβαίνει σήμερα -που έχουμε χρέη και δεν έχουμε περηφάνια.

Καληνύχτα.

25
Φεβ.
11

Θεσσαλονίκη – Στιγμιότυπα

 

«Στην απαισιοδοξία της λογικής, αντιτάσσω την αισιοδοξία της βούλησης»

Αντόνιο Γκράμσι

Ζώ για λίγες εβδομάδες στη Θεσσαλονίκη. Τριγυρνάω με το ποδήλατο στο κέντρο, αφισοκολλώ στις συνοικίες, μοιράζω φυλλάδια στις λαϊκές. Προσπαθώ μάταια να κατανοήσω τις αιτίες που αφήνουν αυτή την πόλη μισή μέσα στην κρίση.

Όλοι οι φίλοι μου θέλουν να φύγουν. Κουβεντιάζουμε για ‘κεινους που έσπευσαν πρώτοι. Πρόσωπα αγαπημένα και -ίσως- οι καλύτεροι. Σαν τις φυλές του Ισραήλ ξαπλώνεται στον κόσμο η γενιά μου. Μεγαλώσαμε απότομα. Όχι γιατί -όπως φοβόμουνα- ενταχθήκαμε στο σύστημα, αλλά γιατί αυτό κατέρρευσε και μας ανάγκασε σε αναδίπλωση. Πέσαμε σούμπιτοι στα χέρια της ανασφάλειας, της μιζέριας, της ανεργιάς και της προσφυγιάς.

Και να ‘μαστε τώρα εδώ. Σ’ έναν τόπο που ασφυκτιεί. Σ’ έναν τόπο που ρημάζει. Που τον κυκλώνουν σαν τους γύπες επίδοξοι επενδυτές και μεγαλόσχημοι αναμορφωτές –οι ολιγάρχες, το ξένο κεφάλαιο, οι νέοι επικυρίαρχοι των Βαλκανίων. Και που ταυτόχρονα, σαν τόπος χαμηλώνει διαρκώς. Κοινωνικά, πολιτιστικά, πνευματικά.

Προχθές το βράδυ βγήκα βόλτα στην παραλία. Σε ό,τι έχει απομείνει από αυτή. Κοιτούσα απέναντι, από το Μακεδονία Παλάς, το μέτωπο του κέντρου της πόλης προς τη Θάλασσα: Φώτα, αυτοκίνητα και κλάμπ.  Η Θεσσαλονίκη έχει μεταβληθεί σε φοιτητούπολη. Ζει από αυτό. Ένα τεράστιο θεματικό πάρκο διασκέδασης για υποψηφίους αριστεύσαντες στο πανεπιστήμιο της αμάθειας. Όλα περιστρέφονται γύρω από αυτή την ακραία εμπορευματοποίηση της φοιτητικής ξεγνοιασιάς.

Ό,τι δεν συμφιλιώνεται μ’ αυτό νεκρώνει. Μέσα σ’ ένα χαρακτηριστικά βαλκανικό, μεταμοντέρνο χάος. Σε μια βαβέλ με ακραίες ανισότητες, διαλυμένη.

Πριν γυρίσω την πλάτη μου στην παραλία. Πριν στρέψω το ποδήλατο στο δρόμο για το σπίτι, ακούω κουπιά. Σαν σε ταινία του Αγγελόπουλου, μπροστά στο λιμάνι, ξυστά από τον κάβο περνάει μια βάρκα σάπια, πανάρχαια, χωρίς μηχανή. Πάνω της, τρεις, μια γιαγιά ντυμένη μαύρα, και άλλοι δυό. Ο ένας να κάνει κουπί, ο άλλος να μαζεύει τα δίχτυα, κι η γιαγιά να τα ξεμπερδεύει. Η ψαριά της βραδιάς. Μέσα σ’ αυτό το πηχτό ζουμί του Θερμαϊκού. Ψάρια ξεβαμμένα με πιτσιλιές από χλωρίνη.

«Η ζωή δεν είναι παρά μια κινούμενη σκιά/ένας αδιέξιος ηθοποιός/που κορδώνεται και δυστροπεί πάνω στο παλκοσένικο/και μετά παύει να ακούγεται: Είναι ένα παραμύθι που το αφηγείται ένας ηλίθιος, όλο οχλοβοή και μανία/χωρίς κανένα νόημα»

Σέξπηρ, Μάκβεθ

25
Ιαν.
11

Ψυχρὴ ἰδεολογία (ἀνανεωμένο)

Τὸν τελευταίο καιρὸ ἔχουμε πλακώσει μὲ κάτι φίλους καὶ βλέπουμε ἐργατικὸ κινηματογράφο, προλεταριακὲς ταινίες, διαβάζουμε γιὰ ἐργατικὰ κινήματα καὶ διεκδικήσεις: Μιὰ βουτιὰ στὰ πληβειακὰ κινήματα τῆς τελευταίας 200ετίας, σὲ Δύση, Ἑλληνικὸ Χῶρο, στὴν Περιφέρεια.

Διαβάζουμε μικρὲς καὶ μεγάλες ἰστορίες, ἰστορίες κομματικὲς, λιγότερο ἤ περισσότερο αἰρετικές, μαρτυρίες, λογοτεχνικὲς ἀποτυπώσεις τῆς ἐποχῆς. Τῆς κάθε ἐποχῆς.

Ἕνα πρῶτο, γενικὸ συμπέρασμα ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ ὑπόβαθρο τῆς πληβειακῆς ἀντιστασιακότητας. Κὶ ἐδῶ, ὁ ὑλισμὸς λειτούργησε ὡς μιὰ ἀφήγηση ποὺ πετσόκοψε τὴν πραγματικότητα. Ὅχι γιατὶ οἱ ὄροι τῆς ἐξαθλίωσης δὲν ὑπήρξαν πάντοτε ὑλικοὶ, κάθε ἄλλο. Γιατὶ διαίρεσε βίαια, μιὰ ὁλότητα καθ᾽ ὅλα ὑπαρκτή, ἕναν πληβειακὸ, πνευματικὸ καὶ ὑλικὸ κόσμο ποὺ λειτουργούσε εν εἴδει ἀρχιμήδειου σημείου γιὰ κάθε ἀντιστασιακὸ διάβημα. Ἀπὸ τὰ κοινοτικὰ δίκτυα ἀλληλεγγύης ποὺ κουβαλούσαν μαζὶ τους οἱ μετανάστες τῆς ὑπαίθρου, κὶ ἐκείνα τὰ πανάρχαια ποὺ ἐπιβίωναν σὲ στρώματα ποὺ εἴχαν γερὲς ρίζες μέσα στὶς πόλεις, μέχρι μιὰ μεταφυσικὴ –κι ἀκόμα μιὰ λαϊκὴ θρησκευτικότητα– τοῦ προσώπου, ποὺ ἐκπαίδευε τὶς φτωχὲς τάξεις νὰ ζοῦν ἐνάντια στὴν εργαλειακότητα καὶ τὴ χρησιμοθηρία τοῦ νέου, νεωτερικοὺ καὶ φετιχιστικὰ «καινούριου» κόσμου ποῦ ἀνέτειλε.

Σκέφτομαι τώρα πὼς αὐτὴ ἡ ἀπέχθεια τοῦ μαρξισμοῦ πρὸς τὴν πνευματικότητα, αὐτὴ ἡ ὀλικὴ καὶ κάθετη ἔχθρα του πρὸς τὸ μεταφυσικό, ὁ ὑλισμὸς του, ἀν θέλετε, εἶναι ὕποπτος πολλῶν ὁλοκληρωτικῶν στρεβλώσεων. Γιατὶ βέβαια, ἀλλὸ εἶναι νὰ ὑπάρχει ἕνας μεταφυσικὸς κόσμος ρητὰ ἀναγνωρισμένος ἀπὸ μιὰ κοινωνία, ὁρατὸς καὶ κοινοποιημένος ἔτσι ὤστε νὰ ὐποβάλεται σὲ ἔλεγχο καὶ μετασχηματισμοῦς ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν πληβειακὸ κόσμο, μέσα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία καὶ τὸ πνεύμα ποὺ τοῦ ᾽χει καλλιεργήσει ἠ ζωὴ ἡ δικιὰ τοῦ καὶ τῶν προγόνων του… Καὶ ἄλλο νὰ ὑπάρχει μιὰ ἄρρητη μεταφυσικὴ, ποὺ τρυπώνει παντοῦ, ἀπὸ τὶς στῆλες τῶν ἐφημερίδων μέχρι τὸ ἄτεγκτο βλέμμα τοῦ πατερούλη, ποὺ καθιερώνει μιὰ πνευματικὴ δουλικότητα τῶν πληβειακῶν τάξεων ὅμοια τῆς ὁποῖας μπορεῖ κανεῖς νὰ ἀπαντήσει μόνο σὲ φαραωνικοῦ τύπου καθεστώτα.

Θυμάμαι τὸν Παπαϊωάννου. Ἔνα μικρὸ του βιβλίο ποὺ τιτλοφορεῖται Ψυχρὴ Ἰδεολογία. Σκέφτομαι πὼς δυστυχώς στὶς πιὸ ἐπιβλητικὲς του μεγαλοπρέπειες, τοῦτος ὁ ὑλισμὸς ὑπήρξε ψυχρὸς γιὰ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Κὶ αὐτὴ του ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὴ λαϊκὴ ψυχὴ, τὸ πρῶτο σημείο ἀπόκλισης ἀπὸ τὸν πληβειακὸ κόσμο, ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ καθοριστικὰ ἔκεῖνα στοιχεῖα ποὺ παρεῖχαν τὴ βάση γιὰ τὸ μετασχηματισμὸ τοῦ ὑλισμοῦ σὲ ἰδεολογία νέων, ἀνερχόμενων, κυρίαρχων τάξεων…

***

Ὅλα αὐτὰ ὅμως ἀκούγονται πολὺ θεωρητικὰ, καὶ λίγο ἀπόμακρα γιὰ τὴ σημερινὴ κατάσταση, ἰδιαίτερα σὲ νεώτερους ἀνθρώπους ποὺ οὔτε ἔζησαν οὔτε ἀσχολήθηκαν μὲ τὸ δράμα τῆς ὀλοκληρωτικῆς ἐκτροπῆς τῶν σοβιετικῶν κινημάτων τοῦ πρώτου μισοῦ τοῦ 20οῦ αἰ. Ἀκούγονται, καὶ σὲ κάποιο βαθμὸ εἶναι, σὰ σὲ ἠθικὸ δίδαγμα κάποιου μακρινοῦ αἰσώπειου μύθου.

Τὸ ἐνδιαφέρον σχετικὰ μὲ ὅλα αὐτὰ εἶναι τὸ πὼς γειώνεται μιὰ τέτοια κακὴ παράδοση στὶς νεοελληνικὲς πραγματικότητες τοῦ σήμερα. Καὶ ἰδιαίτερα στὸ πὼς, ἰδιαίτερα στοὺς χώρους ὄπου ἡ αὐτο-ὀργάνωση καὶ ἡ χειραφέτηση τῶν πληβειακῶν τάξεων λατρεύεται σὰ τοτὲμ.

Κὶ ἐκεῖ βλέπουμε τὴν ἴδια ἀποστροφὴ γιὰ τὸν κόσμο τῶν πληβείων, ποὺ καταδικάζεται συλλήβδην μὲ τὴν κατηγορία καραμέλα τοῦ μικροαστισμοῦ. Σ᾽ αὐτὸ τὸ πεδίο, ὁ έλιτισμὸς τῶν μεσοστρωμάτων συναντάει ἕναν κακοχωνεμένο τἀχα-μου νιτσεϊσμὸ, ἀπὸ ἐκείνον ποὺ παρουσιάζεται ὥς τέτοιος στὶς ψευδοκουλτουρὲ φυλλάδες.

Κὶ ὅμως, ἀν δεῖ κανεὶς τὸ ἰστορικὸ τῆς αὐτο-ὀργάνωσης τῶν ἐλληνικῶν λαϊκῶν τάξεων, ἀκόμα καὶ μετὰ τὴ μεταπολίτευση, θὰ συναντήσει ἔκπληκτος νὰ εἶναι καμωμένο ἀπὸ τὰ ἴδια μισητὰ ὐλικὰ. Ἀς δεῖ κανεῖς τὸν «Ἀγὼνα» τῶν ἔξι τῆς «Λαϊκῆς Ἀλληλεγγύης» τοῦ ΕΚΚΕ, ἕνα ντοκυμαντὲρ γιὰ τοὺς πρώτους, ἐργατικοῦς ἀγώνες τῆς μεταπολίτευσης τὸ ὁποῖο πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ, στὰ πλαίσια μιὰς ρεπούσιας κι ὁργουελιανῆς ἀντίληψης γιὰ τὴν ἰστορία εἶχαν οἰκειοποιηθεῖ κάτι ἀντιεξουσιαστὲς καὶ τὸ προέβαλλαν μὲ διασκευασμένο τίτλο «Ἕλληνες Πακιστανοὶ ὄλοι μαζὶ», θα δεῖ ὅτι τὸ «ὑποκείμενο» εἶναι ἀκριβῶς οἱ μισητοὶ ἄνδρες καὶ γυναίκες «τῆς διπλανῆς πόρτας». Ὁ φτωχὸς ἀγρότης στὸ τρακτὲρ μὲ τὴν ἑλληνικὴ σημαία, ἡ ἐργάτρια νοικοκυρὰ μὲ τὸ μαντήλι, ὁ φτωχὸς ἐργάτης, συχνὰ μικρασιάτης πρόσφυγας, τοῦ καφενείου. Ὅτι ἀκριβῶς καταγγέλεται, δηλαδὴ, συχνὰ στ᾽ ὄνομά τους, μέσα ἀπὸ τὶς ἐκατοντάδες ἀφίσες ποὺ βλέπουμε στὸ δρόμο.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ τὴ Σπίθα τοῦ Θεωδωράκη. Ἑνῶ ἀποτελεῖ τὸ πρώτο ἐγχείρημα αὐτο-ὀργάνωσης λαϊκῶν τάξεων μὲ ἀμεσοδημοκρατικὴ λογικὴ, ἐνῶ μπορεῖ κανεὶς νὰ συναντήσει μέσα στὶς πολυπληθεῖς συνελεύσεις του ἀπὸ μανάβηδες, μπακάληδες, ὑδραυλικοῦς, ἀνεργους οἱκοδόμους, μέχρι γιατροῦς, δικηγόρους καὶ ἐλεύθερους σκοπευτὲς τοῦ διαδικτύου σὲ κρίση πολιτικῆς μεγαλομανίας, ἐνῶ τὰ στοιχεία ποὺ συνθέτουν αὐτὴ τὴ δυναμικὴ βρίσκονται πολὺ κοντά στὸ πλήθος τοῦ Ἀντώνιο Νέγκρι ποὺ πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια, καὶ προτοῦ ξεχαστεῖ ὤς κάθε ιδεολογικὸ λάιφσταιλ φτιασίδι, ἀποτελούσε ἄλλο ἕνα εἴδωλο πρὸς λατρεία αὐτῶν τῶν χώρων.

Ἄλλα η Σπίθα τοῦ Θεοδωράκη, καταδικάζεται συλλήβδην ὤς «ἐθνικοσοσιαλιστικὴ». Καὶ τὸ παράδοξο εἶναι ὅτι καταδικάζεται ὤς τέτοια ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχει πετύχει πρὸς τὸ παρὸν αὐτὸ ποὺ διακηρύττει. Νὰ ἐκφράσει μέσα ἀπὸ ἄμεσες, ἀνοιχτὲς διαδικασίες, χωρὶς μεσολαβήσεις καὶ δόλιες «ἐκπροσωπήσεις» τὸν παλμό τοῦ ὑπὸ λεηλασία ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀπλὰ τὸ πρόβλημα τῶν αὐτῶν χώρων, εἶναι κυρίως πολιτισμικὸ, καὶ ἀφορὰ σὲ τελευταία ἀνάλυση μὲ μιὰ βαθιὰ ἀντίθεση ποὺ διατηροῦν ἔναντι τοῦ ἴδιου τοῦ λαοῦ… Καὶ τούτο εἶναι ἡ πραγματικὴ αἰτία τῆς ἀντιπαράθεσης.

Κὶ ἐδῶ, ὅπως καὶ σὲ ἄλλες χώρες ἔξω ἀπὸ τὴν μητρόπολη τοῦ καπιταλισμοῦ, ὁ αὐτὸς ἐλιτισμὸς ποὺ περιγράψαμε μὲ γενικούρες στὴν πρώτη ἐνότητα τῶν σημειώσεων αὐτῶν, πολλαπλασιάζει τὶς ἀλλοτριωτικὲς τοὺ λειτουργίες, καθῶς ἐμπλέκεται στὴν καλλιέργεια τῆς ἀντίθεσής τοὺ μὲ τὸν κόσμο τοῦ  «ντόπιου, γήινου λαοῦ», μὲ τὴν ἀποικιοκρατία. Καὶ τούτο γιατὶ ἰστορικὰ, αὐτὴ ἡ «τάχα-μου-ἀπὸ-τἀ-μέσα» ὑπονόμευση τῆς κουλτούρας καὶ τοὺ πνεύματος τῶν λαϊκῶν στρωμάτων ἔχει παίξει ρόλο πολιορκητικοῦ κριοῦ στὴ πνευματικῆ ἀποικιοποίηση τοῦ τόπου. Ἕνα ἐγχείρημα δηλαδὴ φωτισμοῦ καὶ διαπαιδαγώγησης τοῦ ἵδιου τοῦ λαοῦ, ποὺ καταλήγει πολὺ συχνὰ ν᾽ ἀποτελεῖ ἕνα νόθο προτσέσο τῆς αποικιοκρατίας…

Ἀλλὰ ἥδη ἡ βαλίτσα ἔχει πάει πολὺ μακριὰ…

 

Υ.Γ. Ὅλα τούτα δὲν ἀποτρέπουν βέβαια, ἐγχειρήματα ὅπως αὐτὸ τῆς Σπίθας τοῦ Μίκη νὰ πὰν ἐντελῶς σκατὰ, ἀκολουθώντας τὸν ἐσχάτως κυρίαρχο κανόνα αὐτῆς τῆς ὑπέροχα σάπιας χώρας…

Υ.Γ.2 «Ἡ ζωὴ ἐναλάσσεται, σὰ σὲ ντελίριο μέσα σ᾽ ἕνα «ρόλερ-κόστερ-τζούντ (τρενάκι-του-φόβου)» εἴπες ἕνα μουντὸ, σκυθρωπὸ πρωϊνὸ. Ἐγῶ Ν., σύντροφε, σοῦ λέω «νὰ σπάσουμε τὴ μόνωση τοῦ τσιμέντου. Νὰ βγούμε ἔξω. Γύρνα φτερωτὴ τοὺ Μύλου!». Δύο χάσκακες ποὺ πετοῦν τσουβάλια ἀνάκατα, λέξεις συναισθήματα ὁδοφράγματα στὴν ἀποσύνθεση ποὺ πλυμμηρίζει.



18
Δεκ.
10

Ἕνας τύπος Σαλονικιοὺ ποὺ δὲν ὑπάρχει πιά.

Δίπλα, σε κάποια απόσταση, η μοτοσικλέτα

έγειρε το τρομερό θεριό, βογγάει, θαρρείς για σένα
με τα γκάζια κολλημένα κι ήχο φοβερό
μα εσύ μόλις που τ’ ακούς, κι ήρεμα κοιτάς τον ουρανό.

Με φτερά στα πόδια και ελευθερία με τα κυβικά
κοίτα το τζιτζί μου πώς τραβάει, κοίτα το θαρρείς πετάει
τώρα όλη η ζωή σου ένα φιλμ τρελό
οι εικόνες κι οι φωνές, Θεέ μου, δεν μπορώ να κουνηθώ.

Το κορίτσι που χαμογελά καθώς απομακρύνεσαι
πάνω σου σκυμμένο ψιθυρίζει «κράτα, μην αφήνεσαι»
το παιδί στο βενζινάδικο σου ‘δωσε μια ευχή
δεν μπορεί να πάει χαράμι, δεν μπορεί, θα βγει αληθινή.

Στὸ μπαμπὰ μου

 

Μεγάλωσα μέσα σ᾽ ἕνα συνεργείο, μὲ τὴ μυρωδιὰ τὴς βενζίνης καὶ τοῦ καμμένου λαδιοῦ στὴ μύτη. Μεγάλωσα θωρώντας ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ μπόμπιρα δερμάτινα μπουφάν, τζὴν καὶ κόκκινα φουλάρια. Ἀποκοιμήθηκα ἐκατοντάδες φορὲς ἀνάμεσα σὲ μεγάλες παρέες, Σεπτέμβρη, στὸ θέατρο δάσους, ἐκεῖ στὴν πλαγιά, μὲ τους ἤχους τοῦ Παπάζογλου καὶ τῶν Χειμερινῶν Κολυμβητῶν νὰ μὲ νανουρίζουν.

Ὅλα τοῦτα, τὰ θυμάμαι μὲ τὸν τρόπο ποὺ θυμούνται οἱ μικροί, ὄχι ἀκριβῶς, μὰ στὸ περίπου, ἔτσι ὅπως θαμπὰ καὶ ἀστιγματικά ἐντυπώνονται οἱ μνήμες τῆς παιδικὴς ἡλικίας στὸ μυαλὸ μας.

Ἧταν τότε, μιὰ καλή ἐποχὴ γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, ἡ ὀποία ἐξελισσόταν λίγο πριν ἡ πόλη καταντήσει παρασιτικὴ φραπεδούπολη, ὅταν ἀκόμα συγκρατούσε αὐτὸν τὸν χαρακτήρα τῆς φτωχομάνας καὶ ταυτόχρονα ἧταν ἀνοιχτὴ σὲ πολιτιστικοῦς καὶ πνευματικοῦς πειραματισμοῦς, ἴσως τοὺς τελευταίους τῆς Ἑλλάδας, δίχως νὰ χάνει τὴν ταυτότητά της.

Ἕνα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ μοὺ ἔχει ἐντυπωθεῖ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἐὰν εἶναι μιὰ εἰκόνα λίγο ἐξωραϊσμένη στὴ λεπτομέρειά της, εἶναι ἕνας τύπος ἀνθρώπου, σὰν αὐτὸν ποὺ περιγράφει ὁ Νίκος ὁ Παπάζογλου στὴν «Εὐχή» του. Δηλαδὴ ἕνας τύπος Θεσσαλονικέα ποὺ ἀπέπνεε τόσο αὐτὴν τὴν αἴσθηση τῆς περιπλάνησης, ποὺ σὲ κάποιον βαθμὸ εἶχε μιὰ σχέση καβαφικὴ μὲ τὴ μοτοσυκλέτα του, καὶ ποὺ ταυτόχρονα διατηρούσε ἄρτια τὴν ἐντοπιότητά του  –μὲ τὸν ἵδιο τρόπο ποὺ ὁ Παπάζογλου συνθέτει τὸ ρὸκ μ᾽ ἕναν λαϊκότροπο  δρόμο γιὰ νὰ μιλήσει γιὰ τὸ «τζιτζὶ» του (καὶ ἐδῶ, ἀκόμα καὶ ἡ ἴδια ἡ λέξη ἔχει σημασία). Στὸ ἵδιο μήκος κύματος, δὲ, αὐτὸς ὁ τύπος ἀνθρώπου ἧταν φορέας μιὰς κουλτούρας τοῦ αὐτεξούσιου, χωρὶς ὅμως νὰ καταλήγει σ᾽ αὐτὸν τὸν ἀποκρουστικὸ ἀντιεξουσιασμὸ τῶν ὑπερκαταναλωτικῶν καὶ ἄκρως παρασιτικῶν μεσοστρωμάτων ποὺ κυριάρχησε μετέπειτα στὴν πόλη πάνω στὴ βάση τῆς φραπεδοποίησής καὶ τῆς παρακμῆς της.

Τούτος ὁ τύπος ἀνθρώπου δὲν ἧταν τέλειος. Χωρὶς νὰ ἀποφεύγει ἡ νὰ νικάει τὶς ἀντιφάσεις καὶ τὶς ἀρνητικὲς τοὺ πλευρές, ἧταν ὅμως ἀκέραιος, στεκόταν δηλαδὴ ἑνάντια στὴν ὑβρι τοῦ νεοέλληνα παρασίτου. Ἧταν ἕνας οργισμένος Βαλκάνιος δηλαδὴ, μόνο ποὺ ἐνσάρκωνε τέλεια τὴν βαλκανικὴ κὶ ἑλληνικὴ, σαλωνικιώτικη ταυτότητά του, ἀπέχοντας ἔτσι μίλια μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐξαμερικανισμένη καὶ γι᾽ αὐτὸ ἐντελῶς κοινωνικὰ ἀνύπαρκτη, καὶ ἄκρως στυλιζαρισμένη ἐκδοχὴ τοῦ Νικολαΐδη.

Δὲν ὑποστηρίζω ὅτι αὐτὸς ὁ τύπος ἀνθρώπου δὲν εἶχε ἀδιέξοδα. Ἀπόδειξη γιὰ τὸ ἀντίθετο εἶναι ὅτι ἀρκετοὶ πρώην τέτοιοι τύποι ἔχουν καταντήσει θλιβεροὶ ρωξάκηδες ἐπιχειρηματίες-ὀπαδοὶ τοῦ Μπουτάρη καὶ λάτρεις μιας εὐζωίας τῶν καλῶν κρασιῶν καὶ τῶν βιολογικῶν προϊόντων ποὺ στὴ βάση τῆς ἔχει τὴν ἐγωκρατία καὶ τὸν σταρχιδισμὸ στὴ χημικὰ καθαρὴ τους μορφὴ.

Λέω ὅμως, ὅτι ὁ τύπος Θεσσαλονικιού ποὺ μισοὑπήρξε μιὰ ἐποχὴ καὶ ποὺ περιγράφεται σ᾽ αὐτὸ τὸ τόσο σαλονικιώτικο τραγούδι τοῦ Παπάζογλου λείπει σήμερα ἀπὸ τὴν πόλη, ἔχει καταπλακωθεῖ μαζί μὲ τὰ ἄλλα ἀπομεινάρια τῆς περασμένης ἐποχῆς, ἀπὸ τὰ Κόσμος Μεντιτεράνεαν, τὰ φράγκα, καὶ τὶς γκουρμὲ εὐαισθησίες τῆς κοσμογυρισμένης, φιλελεύθερης κλίκας τῶν ἀφεντικῶν ποὺ κάνουν σήμερα κουμάντο στὴν πόλη.

Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος μάλλον, κάτι συνειρμικὲς τοῦ τραγουδιοῦ παιδικὲς ἀναμνήσεις ποὺ ἔρχονται νὰ ἀπαντήσουν σὲ τωρινὰ κενὰ τὴς σαλονικιώτικης καθημερινότητας, ποὺ δυναμώνω τὴ φωνὴ τέρμα κάθε ποὺ τὸ κομπιούτερ παίζει  τὴν «Εὐχὴ» τοῦ Παπάζογλου…

28
Νοέ.
10

Ἐπιστροφὴ στὰ βασικὰ

27
Νοέ.
10

Πολυτονικὸ

Πολλοὶ φίλοι μὲ κοροϊδεύουν γιατὶ προσπαθῶ νὰ γράψω στὸ πολυτονικὸ. Εἶναι λὲν γεροντοκορίστικο. Ἄλλοι δὲν μὲ πιστεύουν ὅτι μαθαίνω καὶ ἀπλὰ νομίζουν ὅτι τοὺς κοροϊδεύω καὶ ὅτι ἄπλα ἐγκατέστησα τὸν πολυτονιστὴ στὸν ὐπολογιστὴ μου. Ἄλλα οὔτε αὐτὸ ἰσχύει, κὶ ἐπιπλέον στὰ μάκιντος δὲν νομίζω νὰ ὑπάρχει σπασμένος ὁ πολυτονιστὴς -ὅχι ὅτι ἔχω ψάξει δηλαδὴ, ἀλλὰ ἔτσι φαντάζομαι.

Ἐγῶ πάλι ἔχω ἄλλη ἄποψη. Μετὰ ἀπὸ πολλὴ σκέψη καὶ παλινδρόμηση κατέληξα νὰ θεωρῶ ὅτι ἡ κατάργηση τοῦ πολυτονικοῦ, δίκην εὐκολίας καὶ ταχύτητας εἶναι μιὰ πράξη ποὺ συμπυκνώνει μέσα της ὅλη αὐτὴ τὴ λογικὴ ποὺ θὰ τὴν λέγαμε μοντερνίστικη, ἐκσυγχρονιστικὴ λογικὴ τοῦ κεφαλαίου. Προσέξτε τὰ ἐπιχειρήματα: Εὐκολία καὶ ταχύτητα. Εἶναι τὸ Α καὶ τὸ Ω τοῦ ἠλεκτρονικοῦ καπιταλισμοῦ τὸν ὁποῖον βιώνουμε.

Οἰ συνθήκες αὐτοῦ τοῦ καπιταλισμοῦ ἐξορίζουν μιὰ μέριμνα γιὰ τὴ φόρμα τῆς γραφῆς, καὶ γιὰ μιὰ στίξη ποὺ νὰ καταγράφει καλύτερα τὴν προφορικὴ συνθήκη μιὰς γλώσσας. Κὶ ὕστερα βέβαια εἶναι καὶ μιὰ ἱστορικὴ προοπτικὴ ποὺ συνδέεται μὲ τὸ πολυτονικὸ, ποὺ τὸ κεφάλαιο τὴ σιχαίνεται. Γιὰ ὅλους αὐτοῦς τοὺς λόγους, νομίζω ὅτι τὸ πολυτονικὸ ἔγινε ξαφνικὰ ντεμοντὲ σὲ μιὰ Ἑλλάδα ποὺ εἴχε μόλις ἀποκαταστήσει τῖς πληγὲς της, καὶ ἐπιθυμούσε ἐπιτέλους νὰ ζήσει τὰ θαυμαστὰ προϊόντα τῆς καπιταλιστικῆς Δύσης.

Τώρα, ἄν ἡ συζήτηση πάει στὴν ἀριστερὰ καὶ τὴν τοποθέτηση ποὺ κυριάρχησε στοὺς κόλπους της σχετικὰ μ᾽ αὐτὸ τὸ ζήτημα, νομίζω ὅτι αὐτὴ τσίμπησε στὸ δόλωμα τοῦ κεφαλαίου, καὶ μεταβλήθηκε στὸν καλύτερο ἐκφραστὴ του, γιατὶ παρασύρθηκε ἀπὸ τὰ οἰδιπόδεια συμπλέγματά τῆς, καὶ νόμιζε ὅτι θὰ μπορούσε μὲ σημαίες της τὴν εὐκολία, τὴν ταχύτητα καὶ τὸν λιγότερο δυνατὸ μόχθο νὰ τσάκιζε τὸ οἱκοδόμημα τῆς παράδοσης καὶ τῆς ἐθνικῆς γραμματείας… Εἶναι δηλαδὴ πράξη ἐνσωμάτωσης στὴ λογικὴ τοῦ κεφαλαίου αὐτὴ ἡ θέση, καὶ θλιβεροῦ ἐπαρχιωτισμοῦ, ἀπότοκου τῆς ἀποικιοκρατίας, ποὺ θέλει νὰ ἱσοπεδώσει τὴν οἱκεία διαφορὰ προκειμένου νὰ μοιάσει στὸν κυρίαρχο.

Αὐτὲς οἱ σκέψεις μὲ ὁδήγησαν νὰ προσπαθῶ νὰ γράψω στὸ πολυτονικὸ, παρὰ τὸ κάζο καὶ τὴν κοροϊδία τῶν φίλων. Τώρα δὲν ξέρω ἀν θὰ τὰ καταφέρω, γιατὶ εἶμαι προϊὸν ἑνὸς Πασόκειου ἐκπαιδευτικοῦ συστήματος, καὶ ἔχω ἐθιστεῖ στὴν ταχύτητα καὶ τὴν εὐκολία, ἀδυναμία ποὺ δημιουργεῖ πολλὰ προβλήματα στὰ πράγματα ποὺ θὰ ἤθελα νὰ κάνω. Ἀλλὰ αὐτὸ εἶναι ἕνα ἄλλης τάξεως ζήτημα.

Αὐτὰ

 

11
Νοέ.
10

MέσαΜαζικήςΜεταφοράς

 

Σήμερα πῆγα μὲ τὸ λεωφορεῖο. Τὸ παράτησα ἐντελῶς τὸ ὄχημα. Σὰς συνιστῶ νὰ πράξετε κὶ ἐσεῖς τὸ ἴδιο.

Ἔκανα 10 λεπτὰ γιὰ νὰ πάω στὴ δουλειὰ μου. Καὶ αὐτὰ τὰ δέκα λεπτὰ δὲν τὰ ἔφαγα σπάζοντας τὰ νεύρα μου. Τὰ ἔφαγα σ’ ἔνα δημιουργικὸ χασομέρι, νὰ κοιτῶ τοῦς περαστικοῦς, νὰ  ὀνειρεύομαι μὲ τὰ μάτια ἀνοιχτὰ, νὰ μιλῶ μὲ τὸν ἐαυτὸ μου.

Σ’ αὐτοῦς τοῦς ῥυθμοῦς καταλαβαίνεις ὅτι δὲν εἶναι ἡ ταχύτητα τὸ θέμα. Ἀντίθετα, ἐκεῖνο ποὺ ἔχει σημασία εἶναι νὰ ἐπιτευχθεῖ μιὰ ἰσορροπία βραδύτητος καὶ φούριας. Φούριας, ὄχι ταχύτητας. Γιατὶ ἡ ταχύτητα ἔτσι ὅπως ἐπιβάλλεται στοῦς δρόμους τῆς πόλης, εἶναι ἕνα ἀπόλυτα ἀντιανθρώπινο μέγεθος. Εἶναι ἡ ταχύτητα τοῦ ἄυλου, εἰκονικοῦ, ἄφθαρτου κεφαλαίου, τὸ ὅποιο κινείται μὲ τὴν ταχύτητα τοῦ φωτὸς μέσα στὶς ὁπτικὲς ἴνες καὶ ὐπαγορεὺει τὸν κανόνα, ἐξουσιάζοντας τὰ δύστυχα, φθαρτὰ ὄντα.

Ὁ ποιητὴς εἴχε δίκιο: Ἐκατομμύρια μηχανὲς τυρρανάνε τὶς φτωχὲς μας τὶς ζωὲς.

Γι’ αὐτὸ πρέπει νὰ ὑπάρξει μιὰ παύση. Νὰ ἐξορίσουμε ἀπὸ τὶς πόλεις τὰ αὐτοκίνητα. Τουλάχιστο. Καὶ νὰ ἐπιβάλουμε τὴ βραδύτητα καὶ τὴ γαλήνη στοῦς δρόμους τὴς πόλης.

Τὸ διάβημα αὐτὸ δὲν ἔχει μόνον ψυχολογικὲς διαστάσεις. Καὶ ἀπ’ τὴ σκοπιὰ τοῦ ὠφελιμισμοῦ νὰ τὸ ἐξετάσει κανεῖς το θέμα, πλέον τὸ λεωφορεῖο, τὸ ποδήλατο, τὰ δυὸ μας τὰ ποδαράκια εἶναι μέσα ταχύτερα, φθηνότερα & ἀποδοτικώτερα γιὰ νὰ τὰ χρησιμοποιήσει κανεῖς μέσα στὴν πόλη. Ἰδιαίτερα σὰν τὰ συνδυάσει κανεῖς ὅλα.

Ὅμως, ἐδὼ δὲν θέλω νὰ μιλήσω γι’ αὐτὰ. Γιατὶ μοὺ τὴν ἔχει δώσει μια λογικὴ νὰ τὰ κουβεντιάζουμε ὅλα σὰ σὲ ἰσολογισμοῦς ἐσόδων-ἐξόδων. Ἡ ζωὴ δὲν εἶναι μόνον λογιστικὴ. Ἔχει καὶ ποιητικὴ διάσταση.

Αὐτὴν ἔχουμε ἐξορίσει ἀπ’ τὶς ζωὲς μας, κὶ ἔτσι ἔχουμε καταντήσει μηχανὲς δυστυχίας.




Ιανουαρίου 2023
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031