Archive for the 'Πολιτιστική κριτική' Category

21
Αυγ.
11

Κάτω τα χέρια απ’ τις νύχτες μας (κονσέρβα με συντηρητικά)

Επειδή ο σαμζεροζούμ γρινιάζει αυγουστιάτικα για κείμενα που δήθεν χαθήκανε, αναδημοσιεύω δαμαί το κείμενο για τα μπάρ, έτσι όπως το βρήκα από την cache (ψαψε) του γούγλ.

===================================================

Στ’ «ανίψια»,

στον greg, που άνοιξε τον χορό των προσωπικών σημειωμάτων

 

Με την Τ. τα είχαμε κάποτε. Περιπετειωδώς! Η σχέση μας πήγαινε σαν τους σύντομους κύκλους της οικονομικής ανόδου και ύφεσης. Μόνο που κάθε φορά, στο κοίλον της κάθε φάσης, μεσολαβούσε ένα κραχ του 1929- δηλαδή γινόμασταν δαντέλες. Ε, κάποια στιγμή, οι όροι της κρίσης δεν επέτρεψαν κάποιο New Deal. Ο Κέυνς εξ’ άλλου το είχε πει: Μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί! Το ίδιο και αυτή η σχέση. Οπότε, πάψαμε να μιλάμε. Εντελώς!

 

Τέλοσπαντων. Ο καιρός έχει περάσει. Ο πραγματικός χρόνος είναι, σχετικά, λίγος, αλλά ο προσωπικός, πολύς. Νοιώθω αυτό που κάποτε είχε τραγουδήσει ο Ντύλαν: Πολύ νεώτερος απ’ ό,τι τότε. (My back Pages).

 

Είναι κι αυτό ένα εύκολο, «ζωτικό ψεύδος» για να προσπεράσω στα γρήγορα τις μαλακίες που έχω κάνει, αλλά και τις μαλακίες που μου ‘χουνε κάνει. Επειδή όμως δεν ανήκω στην φυλή των Καρεκλοκένταυρων «Ρεπού-ση», θεωρώ ότι «ζωτικά ψεύδη» ενίοτε αποδεικνύονται χρήσιμα στις προσωπικές υπερβάσεις.

 

Εν πάσει περιπτώσει, οι υπερβάσεις γίνονται (και) δια της συνθέσεως. Και στη σούμα που έγινε, κάπου μου ξεφύγανε μερικά δράμια ενοχών. Κι επειδή ανήκω σ’ εκείνους που πιστεύουν ότι οι ενοχές είναι χρήσιμο συναίσθημα, προκειμένου να εξισορροπήσει ο αναπόφευκτος –για την γενιά μου– ναρκισσισμός, φροντίζω να μην τις αγνοώ.

 

Γι’ αυτόν τον λόγο, που-και-που, περνάω από το μπαράκι που δουλεύει, να πω ένα γεια. Και μόνο ένα γεια. Γιατί όλα τα υπόλοιπα έχουν λεχθεί.

 

Πήγα και προψές. Ήμουνα για λίγο στην Θεσσαλονίκη. Με κάτι κα-τα-πλη-κτι-κούς φίλους, με τους οποίους στήσαμε μαζί στο στέκι μία έκθεση ζωγραφικής. Όταν τελείωσαν όλες οι δουλειές, αργά το βράδυ, πέρασα από εκεί με τ’ «ανίψια».

 

Το μπαράκι δεν είναι τίποτε το ιδιαίτερο. Έχει δυνατή μουσική και ψιλό-τσιμπημένα ποτά. Για κάποιον αδιευκρίνιστο- σ’ έμένα- λόγο έχει κατοχυρωθεί ως το κατ’ εξοχήν πέρασμα των «εναλλακτικών», φρικιών «ντε-και-καλά-διαφορετικών» νεολαίων της πόλης.

 

Καθήσαμε, παραγγείλαμε, μας έφεραν τα ποτά. Πληρώσαμε, μας πιάσανε τον κώλο, και ήπιαμε από μία γουλιά.

 

Πολλές φορές η υπερβολική κούραση, σε φέρνει ενώπιον μίας τρομακτικής διαύγειας. Είναι σαν, μαζί με τον βιολογικό και τον ψυχολογικό σου εαυτό να έχουν εξαντληθεί και οι ορίζοντες του
τετριμμένου, έτσι ώστε σαφώς να διακρίνεις πέρα από αυτούς.
Κι εγώ, 42 ώρες άυπνος, χαμένος κάπου μεταξύ μίας εφημερίδας, ενός περιοδικού, ενός φοιτητικού φυλλαδίου, μιας εκδήλωσης, μιας έκθεσης ζωγραφικής και μίας διπλωματικής είχα μπόλικη τέτοια.
Έτσι, βρέθηκα να παρακολουθώ τριγύρω, όσους περνούσαν, όσους στέκονταν σίγουροι για τον για τον εαυτό τους, με το ποτό στο χέρι και με κάτι-σαν-χαμόγελο-επιτυχίας φορεμένο στο στόμα, κι όσους χόρευαν στους ρυθμούς κάτι σκρατσό-λουπαρισμένων λατινό-νταμπαντούμπα.

 

Ξαφνικά μου φάνηκαν σαν ακίνητοι, καρφωμένοι, στο ίδιο σημείο, κάθε Σάββατο, να συστήνουν το ίδιο ντεκόρ: αυτό μιας ανέμελης νεολαίας που διασκεδάζει κάθε φορά σαν να είναι η τελευταία, μ’ αυτήν την ιδιαίτερη αίσθηση του εφήμερου που χαρακτηρίζει την γενιά μου.

 

Γνωρίζω από πού έλκει ιδεολογικά την καταγωγή του αυτό το πρότυπο: Im girum imus nocte et consumimur igni (Κάνουμε κύκλους μέσα στην νύχτα και η φωτιά της μας καταβροχθίζει) έλεγε κάποτε ο Ντεμπόρ. Αρνούμαστε κατηγορηματικά τους ρόλους, τις σχέσεις και τα πρότυπα που κυριαρχούν στα πλαίσια της (τότε) μοντέρνας κοινωνίας, αμφισβητούμε τον πειθήνιο εργαζόμενο-προτεσταντικής ηθικής-αποταμιευτή, τον ήσυχο δημοκράτη νοικοκυραίο της διπλανής πόρτας. Ξεχυνόμαστε πέραν των χώρων της κυριαρχίας τους –δηλαδή στην νύχτα, όταν οι μηχανές, τα γρανάζια και οι χειριστές τους κοιμούνται– να ζήσουμε έντονα, καταιγιστικά, εδώ και τώρα, οργανώνοντας τις ζωές μας –πέραν οποιασδήποτε αναγκαιότητας– με βάση την αρχή της απόλαυσης: Αφήνουμε την φωτιά της να μας καταβροχθίσει.

 

Πήρα τα πράγματα από την αρχή. Άρχισα πάλι να παρακολουθώ τους γύρω μου, το μαγαζί. Όχι, κανείς δεν διέγραφε καμία κίνηση. Κανείς δεν διέγραφε κανέναν κύκλο μέσα στην νύχτα. Όλοι καθόντουσταν εκεί, στο μπαρ, «περνούσαν καλά» μέχρι να ξημερώσει.

 

Οι δρόμοι ήταν άδειοι. Το ίδιο και οι πλατείες, τα πάρκα, και πάει λέγοντας. Που και που, μόνο, έβλεπες μερικούς περαστικούς, οι οποίοι με βιάστηκα ή με αργά, ασταθή, μεθυσμένα βήματα έψαχναν το νήμα της συνέχειας. Ένα μπαρ, κι ύστερα άλλο, κι άλλο, κι άλλο.

 

Ναι λοιπόν, το κέντρο, ο άρχοντας αυτής της «ανέμελης διασκέδασης» ήταν το μπαρ. Είναι το μπαρ.

 

Κι όσο οι ζωές μας οργανώνονται βάσει αυτής της υποτιθέμενης «αρχής της απόλαυσης» κι άρα επίκεντρο της ζωής μας είναι η «ανέμελη διασκέδαση», άλλο τόσο κεντρικότερη σημασία έχει σ’ αυτήν το
μπαρ.

 

Διαμεσολαβεί, δηλαδή, στα πάντα. Εκεί γνωρίζεις φίλους, γνωστούς, το ταίρι σου. Εκεί διασκεδάζεις, εκεί συζητάς πολιτικά. Εκεί ξεδιπλώνεις τον καλύτερο και τον χειρότερο εαυτό σου, εκεί γίνεσαι εσύ.
Είπαμε, η κούραση σε βοηθάει καμιά φορά να υπερβείς το τετριμμένο, όχι να το καταργήσεις. Γι’ αυτό αίφνης κατέφυγα στην βολική, τσιτατολαγνεία:

 

Ο βασιλιάς-εμπόρευμα, μέσω της βιομηχανίας της διασκέδασης, καταδυναστεύει τον ελεύθερό μας χρόνο αποικιοποιώντας τις νύχτες μας και ό,τι αυτές συνεπάγονται.

 

Άρχισα να σκέφτομαι πιο διεξοδικά το ζήτημα. Πάνω σε χαρακτηριστικά των μπαρ, της νύχτας, της διασκέδασης:

 

Κι επειδή ήμουν και πρόσφατο θύμα, σκέφτηκα πρώτα την τιμή του ποτού.

 

Τι πληρώνουμε ρε πούστη για να «συνωστιστούμε» ‘δω χάμου…μιλάμε είμαστε πολύ μαλάκες. Λες και δεν έχουμε κασσετόφωνο, λες και δεν μποορύμε να ‘πάμε να ψωνίσουμε κανένα ποτό και να την
πέσουμε σε κανένα πάρκο…

 

Τι πληρώνουμε άραγε;

 

Πολλές φορές διαμαρτύρονται από τα κανάλια για το «όργιο της κερδοσκοπίας στην νύχτα». Κλασσικό ζήτημα. Ένα ποτό ή ένας καφές φαίνεται να πωλείται 200% ή 300% πάνω από το πραγματικό του κόστος.
Οι ιδιοκτήτες επικαλούνται εν είδει αντιλόγου τα λειτουργικά έξοδα. Οι πιο έξυπνοι, υπολογίζουν και ανταπαντούν: μένει τουλάχιστον 150% σπέκουλας.

 

Έχουν δίκιο κι άδικο, σκέφτηκα.

 

Άδικο, γιατί δεν ξέρουν να υπολογίζουν τις αξίες στα πλαίσια του τούρμπο-καπιταλισμού που ζούμε. Στα 7 ευρώ το ποτό δεν πληρώνεις μόνο το ποτό ή το νοίκι, ή τους εργαζόμενους
του μαγαζιού. Πληρώνεις και μια σειρά «άυλων» αγαθών, «υπηρεσιών», που προσφέρει το μπαρ: δηλαδή την κοινωνικότητα, το φλερτ, την εξομολόγηση, τον χώρο και το «ξέδωμα» όλα όσα θα νοιώσεις και θα βιώσεις μέσα εκεί.

 

Δίκιο, γιατί πέφτουν μέσα όταν μιλάνε για ληστεία. Μόνο που συμβαίνει κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που την εννοούν. Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Όπως είδαμε, πληρώνεις για όσα θα ζήσεις, ή για την φιλοδοξία να τα ζήσεις. Εξαγοράζεις την νύχτα σου από τους μηχανισμούς αυτής της βιομηχανίας, που σου την αφαίρεσαν.

 

Η ληστεία, δηλαδή, αφορά στην αρπαγή των συναισθημάτων, της κοινωνικότητας– ίσως ακόμα και του έρωτα– από την βιομηχανία της διασκέδασης και όχι μόνο στα 3,4 ή 5 ψωροευρώ («ψωρό», με την έννοια ότι μας κλέβουν κάτι πολύ ευρύτερο). Αυτό πληρώνουμε, πλέον, στα μπαράκια. Στην τιμή του ποτού εξαγοράζουμε μία τζούρα από την ζωή που μας έχουν κλέψει.

 

Δυσφορία.

 

Γύρισα και είδα έναν γνωστό, ντι-τζέι, σε άλλο μπαρ, που περνούσε εκείνη την ώρα. Καλό παιδί, ψιλό «φίρμα» στους χώρους μας ως ντί-τζέι, δίχως όμως να το παίρνει και πολύ στα σοβαρά. Χαιρέτησε κι
έφυγε…

 

Σκέφτηκα αυτόν. Και τον κάθε «αυτόν». Ότι είναι «φίρμα». Και το γιατί.

 

Σκέφτηκα το πώς στην καθημερινότητά μας μετράει πλέον το μπαρ, όχι μόνο ως τον συγκεκριμένο χώρο, αλλά ως γενικό μέτρο, ως γενικό κριτήριο, ως γενική αξία. Πόσες φορές στις παρέες μας δεν το έχουμε αντιμετωπίσει; Στους μικρούς μας κύκλους; «Ο τάδε (ή η δείνα) είναι γνωστός (γνωστή) (και μπορεί και διάσημος/η) γιατί δουλεύει στο πάντιο μπάρ».

 

Πως δουλεύει; Τι παίρνει; Σχεδόν τίποτε. Ασφαλίζεται; Όχι. Πότε σχολάει; Παρασκευή και Σάββατο; Γάμησέ τα, γύρω στις 6.

 

Και τότε γιατί του αρέσει; Γιατί ακριβώς γίνεται γνωστός μέσα από εκεί. Και διευρύνει εκθετικά τον κύκλο των γνωριμιών του, και μάλιστα διατηρώντας μια προνομιακή σχέση, αυτού που είναι «μέσα στα κόλπα».

 

Γιατί η βιομηχανία της διασκέδασης παράγει και διακινεί τα δικά της μικρό-κοινωνικά στάτους. Και είναι απαραίτητα «αντισταθμιστικά» προκειμένου αυτός ο «τάδε» ή η «δείνα» να συμφιλιωθεί–βεβαίως, βεβαίως– με τις άθλιες, καράμαυρες εργασιακές συνθήκες που επικρατούν. Γιατί σιγά μην άντεχε κανείς, με τους ίδιους όρους και τις ίδιες ώρες, ν’ αντέξει τον εαυτό του δουλεύοντας –λογουχάρη– σ’ ένα βυρσοδεψείο…
…Μαζί με την αρπαγή, δηλαδή, δώρο κι ένα παραμύθι

 

Αηδία

 

Γύρισα και κοίταξα «τ’ ανίψια» μ’ ένα βλέμμα βουτηγμένο στην ξινίλα– σκέτη ρέγγα παστή. Εκείνοι μου ανταπέδωσαν το βαριεστημένο βλέμμα του Χάνου: «Θείο, μέσα στα κέφια
είσαι·
σε λίγο θα μας φέρουνε τα κόλλυβα σε σφηνάκι».

 

Ελήφθη το μήνυμα. Πάμε για ύπνο.
Γύρισα και κοίταξα αυτήν την συγκεκαλυμμένη κατάπτωση που μας περιστοιχίζει. Είδα μέσα μου και βρήκα τον καθρέφτη της.

Έφυγα, με ανάμεικτα συναισθήματα χαράς και λύπης:

Θλιμμένος για την ύπαρξη της αόρατης μεγαμηχανής που μας περικυκλώνει, πετσοκόβοντας κομμάτι-κομμάτι τις ζωές μας.

Χαρούμενος γιατί βρήκα έναν ακόμη πραγματικό εχθρό, να συμπληρώσω το πάζλ μου με τους ανεμόμυλους.

Υστερόγραφο: Θα ‘ρθει κάποτε ο καιρός, που θα ξανακάνουμε κύκλους μέσα στην νύχτα, με την φωτιά της­­- κι όχι τα ψυχρά φώτα του νέον- να μας καταβροχθίζει. Και τότε, οι χώροι αυτοί θα χάσκουν εγκαταλελειμμένοι, κενοί κι ερειπωμένοι, σαν ναοί μιας περασμένης, παράταιρης θρησκείας.

23 Μαΐου 2007

Advertisement
10
Απρ.
11

Διαβάστε ‘δω το παλουκάρι

Έχει κάτι να μας πει… Είναι για το Φεστιβάλ της Κερατέας

 

Ζουμσέρο… Σέροζούμ…Μούζσεροζαμ… ΣαμΖέροΣαμ! (το Βρήκα!)

Α πρό πο, στους λιγοστούς φίλους τουτηνής της σελίβας, 150 κατασκευαστές πλυντηρίων συστήνουν ανεπιφύλακτα το ως άνω ιστολόγιον, εξαιρετικόν στο πεδίον της καθημερινό-πολιτιστικό-κενωνικής κριτικήςε

Καλό βράδυ και καλήν εβδομάδαν

Το νού μας!

15
Μαρ.
11

blue valentine

==========================

Δεν έχω τίποτε να πω… Με καλύπτει το άρθρο του Νίκου Ξυδάκη, στην καθημερινή της προηγούμενης Κυριακής. Αν είναι να προσθέσω κάτι, είναι ένα ξεχασμένο κομμάτι των «Ψυχώ» (Psycho), το καλύτερο κατ εμέ κομμάτι του μοναδικού τους δίσκου, Montage Fatal.

==========================

ΠΗΓΗ: καθημερινή (13/3/2011)

Tου Nικου Γ. Ξυδακη 

Σίντυ: Δεν υπάρχει κάτι που θα ήθελες να κάνεις; Ντιν: Σαν τι; Σίντυ: Είσαι καλός σε πολλά, θα μπορούσες να κάνεις κάτι… Ντιν: Σαν τι; Να είμαι άντρας σου, να είμαι πατέρας της Φράνκι; Τι; Πώς με φαντάζεσαι; Σίντυ: Δεν ξέρω… Είσαι καλός σε τόσα πράγματα… Εχεις μεγάλη ικανότητα… Ντιν: Σε τι; Σίντυ: Ζωγραφίζεις, τραγουδάς, χορεύεις… Ντιν: Ποτέ δεν ήθελα να είμαι σύζυγος ή πατέρας ενός παιδιού… Αλλά τώρα είναι το μόνο που θέλω να κάνω. Δεν θέλω τίποτε άλλο. Αυτό θέλω. Σίντυ: Θα ήθελα να ‘χεις μια δουλειά, που δεν θα ξεκινά από τις οκτώ το πρωί για να πιεις. Ντιν: Οχι, έχω μια δουλειά που μου επιτρέπει να πίνω από τις οκτώ το πρωί… Είναι πολυτέλεια. Ξυπνάω, πίνω μια μπίρα, πάω στη δουλειά, βάφω ένα σπίτι, τους αρέσει η δουλειά μου, γυρνάω σπίτι και είμαι μαζί σας. Αυτό είναι όνειρο! Σίντυ: Και δεν νιώθεις ποτέ απογοητευμένος; Ντιν: Γιατί να νιώσω έτσι; Σίντυ: Που έχεις τόσες δυνατότητες και… Ντιν: Και λοιπόν; Κάνω αυτό που θέλω. Γιατί πρέπει δηλαδή να βγάζω λεφτά απ’ τις δυνατότητές μου; Σίντυ: Μα δεν σου λείπει; Ντιν: Μα τι εννοείς με τις δυνατότητες; Τι σημαίνει δυνατότητες; Δυνατότητες για τι; Να τις κάνω τι; 

Ο Ντιν και η Σίντυ, το ζευγάρι της ταινίας Blue Valentine, είναι σχεδόν τελειωμένοι, στα τριάντα τους. O Nτιν, με αρχή φαλάκρας, φανελάκι και τατουάζ, είναι ένας νεοπρολετάριος με αισθητική indie και συμπεριφορά Μάρλον Μπράντο στο «Λιμάνι της Αγωνίας» και στο «Λεωφορείον ο Πόθος». Ενας άντρας που τον στοιχειώνει η οικογένεια που δεν είχε. Και κουβαλάει την έλλειψη φιλοδοξίας, στα μάτια της συντρόφου του τουλάχιστον. Η Σίντυ είναι η νεοπρολετάρια που πήγε στο κολέγιο και έχει φιλοδοξίες, πιστεύει ακόμη στο όνειρο της ανόδου, της καριέρας.

Ο έρωτας τους ένωσε και τους λαμπάδιασε για μια στιγμή, υπέροχα, μελοδραματικά, cool, χίπικα, σαν διαφήμιση της Apple. Αλλά τώρα, μερικά χρόνια αργότερα, ο έρωτας έχει σβήσει, και η αγάπη δεν πρόλαβε να τους δέσει· η ζωή, η ανάγκη, τα στερεότυπα, οι αποκλίνοντες χαρακτήρες, διαλύουν το εύθραυστο υποστύλωμα του νεανικού έρωτα των παιδιών της εργατικής τάξης.
Μόνοι τους, ο καθείς με τους δαίμονές τους, με τον έρωτα σβησμένο, με την αγάπη λιγοστή, βλέπουν στον άλλο ένα εμπόδιο.
Και οι δύο διψούν για αυτοπραγμάτωση. Και οι δύο ζουν μόνοι μεταξύ ενός πλήθους μόνων. Η Σίντυ βλέπει την αυτοπραγμάτωση μέσα από την πρόοδο, την προκοπή, την άνοδο, την εκμετάλλευση των δυνατοτήτων· είχε ξεκινήσει σπουδές, πλησίασε το επόμενο σκαλί, προσπαθεί να το ξαναφτάσει· ο γκρίζος προλεταριακός βίος την καταθλίβει. Προσπαθεί να επανεκκινήσει, πριν να είναι αργά, οδηγημένη από ένστικτο επιβιωτή.
O Ντιν βλέπει την αυτοπραγμάτωση μέσα από την αποδοχή μιας κατάστασης, την οποία δεν την επέλεξε καν: να είναι πατέρας ενός παιδιού που δεν του ανήκει, να κάνει δουλειές του ποδαριού, να χουζουρεύει σπίτι, να παίζει διαρκώς με το παιδί, σαν παιδί.
Ο λαμπερός νέος με το γιουκαλίλι που φλερτάρει τη νύφη ερμηνεύοντας συνταρακτικά το ποπ στάνταρ «You Only Hurt the Ones You Love» (Πληγώνεις μόνο όσους αγαπάς), είναι ένας φθαρμένος γόης, που παίζει, μεθάει και θυμώνει. Η αποδοχή συνορεύει με την παραίτηση.
Βλέποντας την ταινία του Derek Gianfrance δεν έβλεπα μόνο τον πικρό ρεαλισμό μιας σχέσης. Εβλεπα τη βαθιά ψυχή της Αμερικής, της εργατικής της τάξης, με τα μικρά όνειρα, την αμεσότητα των αισθημάτων, την απλότητα των σχέσεων, την αδυναμία του ξεμοναχιασμένου ατόμου, το βάρος του American Dream.
Ο αμόρφωτος Ντιν, με τα ακατέργαστα ταλέντα, θέτει το θεμελιώδες ερώτημα: Κάνω αυτό που θέλω· γιατί πρέπει να βγάζω λεφτά απ’ τις δυνατότητές μου;
Το ερώτημά του είναι μια σπαρακτική αμφισβήτηση του American Dream, του Δυτικού Ονείρου, του υλιστικού μοντέλου ζωής, του πνιγηρού ντετερμινισμού της διαρκούς προόδου. Γιατί να μην είμαι απλώς αυτό που είμαι; Γιατί να είμαι κάτι παραπάνω, κάτι άλλο;
Τελειώνοντας την κασαβετική αυτή ταινία, με ανθρώπους τρυφερούς και τσαλακωμένους, αντιλήφθηκα ότι στο δράμα τους δεν έβλεπα μόνο εικόνες από την βαθιά Αμερική, αλλά κάτι πιο κοντινό: έβλεπα εικόνες της Ελλάδας σήμερα. Οι indies Ελληνες 20-30ρηδες που μπουσουλάνε στο άνυδρο παρόν έρχονται διαρκώς αντιμέτωποι με τέτοια ερωτήματα, μαχαίρια: Τι ζωή αξίζει να παλέψω; Να αποδεχτώ αυτό που είμαι ή να ματώσω για κάτι παραπάνω; Και τι είναι το παραπάνω; Τι είναι οι δυνατότητες;
==============
25
Ιαν.
11

Ψυχρὴ ἰδεολογία (ἀνανεωμένο)

Τὸν τελευταίο καιρὸ ἔχουμε πλακώσει μὲ κάτι φίλους καὶ βλέπουμε ἐργατικὸ κινηματογράφο, προλεταριακὲς ταινίες, διαβάζουμε γιὰ ἐργατικὰ κινήματα καὶ διεκδικήσεις: Μιὰ βουτιὰ στὰ πληβειακὰ κινήματα τῆς τελευταίας 200ετίας, σὲ Δύση, Ἑλληνικὸ Χῶρο, στὴν Περιφέρεια.

Διαβάζουμε μικρὲς καὶ μεγάλες ἰστορίες, ἰστορίες κομματικὲς, λιγότερο ἤ περισσότερο αἰρετικές, μαρτυρίες, λογοτεχνικὲς ἀποτυπώσεις τῆς ἐποχῆς. Τῆς κάθε ἐποχῆς.

Ἕνα πρῶτο, γενικὸ συμπέρασμα ἔχει νὰ κάνει μὲ τὸ ὑπόβαθρο τῆς πληβειακῆς ἀντιστασιακότητας. Κὶ ἐδῶ, ὁ ὑλισμὸς λειτούργησε ὡς μιὰ ἀφήγηση ποὺ πετσόκοψε τὴν πραγματικότητα. Ὅχι γιατὶ οἱ ὄροι τῆς ἐξαθλίωσης δὲν ὑπήρξαν πάντοτε ὑλικοὶ, κάθε ἄλλο. Γιατὶ διαίρεσε βίαια, μιὰ ὁλότητα καθ᾽ ὅλα ὑπαρκτή, ἕναν πληβειακὸ, πνευματικὸ καὶ ὑλικὸ κόσμο ποὺ λειτουργούσε εν εἴδει ἀρχιμήδειου σημείου γιὰ κάθε ἀντιστασιακὸ διάβημα. Ἀπὸ τὰ κοινοτικὰ δίκτυα ἀλληλεγγύης ποὺ κουβαλούσαν μαζὶ τους οἱ μετανάστες τῆς ὑπαίθρου, κὶ ἐκείνα τὰ πανάρχαια ποὺ ἐπιβίωναν σὲ στρώματα ποὺ εἴχαν γερὲς ρίζες μέσα στὶς πόλεις, μέχρι μιὰ μεταφυσικὴ –κι ἀκόμα μιὰ λαϊκὴ θρησκευτικότητα– τοῦ προσώπου, ποὺ ἐκπαίδευε τὶς φτωχὲς τάξεις νὰ ζοῦν ἐνάντια στὴν εργαλειακότητα καὶ τὴ χρησιμοθηρία τοῦ νέου, νεωτερικοὺ καὶ φετιχιστικὰ «καινούριου» κόσμου ποῦ ἀνέτειλε.

Σκέφτομαι τώρα πὼς αὐτὴ ἡ ἀπέχθεια τοῦ μαρξισμοῦ πρὸς τὴν πνευματικότητα, αὐτὴ ἡ ὀλικὴ καὶ κάθετη ἔχθρα του πρὸς τὸ μεταφυσικό, ὁ ὑλισμὸς του, ἀν θέλετε, εἶναι ὕποπτος πολλῶν ὁλοκληρωτικῶν στρεβλώσεων. Γιατὶ βέβαια, ἀλλὸ εἶναι νὰ ὑπάρχει ἕνας μεταφυσικὸς κόσμος ρητὰ ἀναγνωρισμένος ἀπὸ μιὰ κοινωνία, ὁρατὸς καὶ κοινοποιημένος ἔτσι ὤστε νὰ ὐποβάλεται σὲ ἔλεγχο καὶ μετασχηματισμοῦς ἀπὸ τὸν ἴδιο τὸν πληβειακὸ κόσμο, μέσα ἀπὸ τὴν ἐμπειρία καὶ τὸ πνεύμα ποὺ τοῦ ᾽χει καλλιεργήσει ἠ ζωὴ ἡ δικιὰ τοῦ καὶ τῶν προγόνων του… Καὶ ἄλλο νὰ ὑπάρχει μιὰ ἄρρητη μεταφυσικὴ, ποὺ τρυπώνει παντοῦ, ἀπὸ τὶς στῆλες τῶν ἐφημερίδων μέχρι τὸ ἄτεγκτο βλέμμα τοῦ πατερούλη, ποὺ καθιερώνει μιὰ πνευματικὴ δουλικότητα τῶν πληβειακῶν τάξεων ὅμοια τῆς ὁποῖας μπορεῖ κανεῖς νὰ ἀπαντήσει μόνο σὲ φαραωνικοῦ τύπου καθεστώτα.

Θυμάμαι τὸν Παπαϊωάννου. Ἔνα μικρὸ του βιβλίο ποὺ τιτλοφορεῖται Ψυχρὴ Ἰδεολογία. Σκέφτομαι πὼς δυστυχώς στὶς πιὸ ἐπιβλητικὲς του μεγαλοπρέπειες, τοῦτος ὁ ὑλισμὸς ὑπήρξε ψυχρὸς γιὰ τὶς καρδιὲς τῶν ἀνθρώπων. Κὶ αὐτὴ του ἡ ἀπόσταση ἀπὸ τὴ λαϊκὴ ψυχὴ, τὸ πρῶτο σημείο ἀπόκλισης ἀπὸ τὸν πληβειακὸ κόσμο, ἦταν ἕνα ἀπὸ τὰ καθοριστικὰ ἔκεῖνα στοιχεῖα ποὺ παρεῖχαν τὴ βάση γιὰ τὸ μετασχηματισμὸ τοῦ ὑλισμοῦ σὲ ἰδεολογία νέων, ἀνερχόμενων, κυρίαρχων τάξεων…

***

Ὅλα αὐτὰ ὅμως ἀκούγονται πολὺ θεωρητικὰ, καὶ λίγο ἀπόμακρα γιὰ τὴ σημερινὴ κατάσταση, ἰδιαίτερα σὲ νεώτερους ἀνθρώπους ποὺ οὔτε ἔζησαν οὔτε ἀσχολήθηκαν μὲ τὸ δράμα τῆς ὀλοκληρωτικῆς ἐκτροπῆς τῶν σοβιετικῶν κινημάτων τοῦ πρώτου μισοῦ τοῦ 20οῦ αἰ. Ἀκούγονται, καὶ σὲ κάποιο βαθμὸ εἶναι, σὰ σὲ ἠθικὸ δίδαγμα κάποιου μακρινοῦ αἰσώπειου μύθου.

Τὸ ἐνδιαφέρον σχετικὰ μὲ ὅλα αὐτὰ εἶναι τὸ πὼς γειώνεται μιὰ τέτοια κακὴ παράδοση στὶς νεοελληνικὲς πραγματικότητες τοῦ σήμερα. Καὶ ἰδιαίτερα στὸ πὼς, ἰδιαίτερα στοὺς χώρους ὄπου ἡ αὐτο-ὀργάνωση καὶ ἡ χειραφέτηση τῶν πληβειακῶν τάξεων λατρεύεται σὰ τοτὲμ.

Κὶ ἐκεῖ βλέπουμε τὴν ἴδια ἀποστροφὴ γιὰ τὸν κόσμο τῶν πληβείων, ποὺ καταδικάζεται συλλήβδην μὲ τὴν κατηγορία καραμέλα τοῦ μικροαστισμοῦ. Σ᾽ αὐτὸ τὸ πεδίο, ὁ έλιτισμὸς τῶν μεσοστρωμάτων συναντάει ἕναν κακοχωνεμένο τἀχα-μου νιτσεϊσμὸ, ἀπὸ ἐκείνον ποὺ παρουσιάζεται ὥς τέτοιος στὶς ψευδοκουλτουρὲ φυλλάδες.

Κὶ ὅμως, ἀν δεῖ κανεὶς τὸ ἰστορικὸ τῆς αὐτο-ὀργάνωσης τῶν ἐλληνικῶν λαϊκῶν τάξεων, ἀκόμα καὶ μετὰ τὴ μεταπολίτευση, θὰ συναντήσει ἔκπληκτος νὰ εἶναι καμωμένο ἀπὸ τὰ ἴδια μισητὰ ὐλικὰ. Ἀς δεῖ κανεῖς τὸν «Ἀγὼνα» τῶν ἔξι τῆς «Λαϊκῆς Ἀλληλεγγύης» τοῦ ΕΚΚΕ, ἕνα ντοκυμαντὲρ γιὰ τοὺς πρώτους, ἐργατικοῦς ἀγώνες τῆς μεταπολίτευσης τὸ ὁποῖο πρὶν ἀπὸ λίγο καιρὸ, στὰ πλαίσια μιὰς ρεπούσιας κι ὁργουελιανῆς ἀντίληψης γιὰ τὴν ἰστορία εἶχαν οἰκειοποιηθεῖ κάτι ἀντιεξουσιαστὲς καὶ τὸ προέβαλλαν μὲ διασκευασμένο τίτλο «Ἕλληνες Πακιστανοὶ ὄλοι μαζὶ», θα δεῖ ὅτι τὸ «ὑποκείμενο» εἶναι ἀκριβῶς οἱ μισητοὶ ἄνδρες καὶ γυναίκες «τῆς διπλανῆς πόρτας». Ὁ φτωχὸς ἀγρότης στὸ τρακτὲρ μὲ τὴν ἑλληνικὴ σημαία, ἡ ἐργάτρια νοικοκυρὰ μὲ τὸ μαντήλι, ὁ φτωχὸς ἐργάτης, συχνὰ μικρασιάτης πρόσφυγας, τοῦ καφενείου. Ὅτι ἀκριβῶς καταγγέλεται, δηλαδὴ, συχνὰ στ᾽ ὄνομά τους, μέσα ἀπὸ τὶς ἐκατοντάδες ἀφίσες ποὺ βλέπουμε στὸ δρόμο.

Τὸ ἴδιο συμβαίνει μὲ τὴ Σπίθα τοῦ Θεωδωράκη. Ἑνῶ ἀποτελεῖ τὸ πρώτο ἐγχείρημα αὐτο-ὀργάνωσης λαϊκῶν τάξεων μὲ ἀμεσοδημοκρατικὴ λογικὴ, ἐνῶ μπορεῖ κανεὶς νὰ συναντήσει μέσα στὶς πολυπληθεῖς συνελεύσεις του ἀπὸ μανάβηδες, μπακάληδες, ὑδραυλικοῦς, ἀνεργους οἱκοδόμους, μέχρι γιατροῦς, δικηγόρους καὶ ἐλεύθερους σκοπευτὲς τοῦ διαδικτύου σὲ κρίση πολιτικῆς μεγαλομανίας, ἐνῶ τὰ στοιχεία ποὺ συνθέτουν αὐτὴ τὴ δυναμικὴ βρίσκονται πολὺ κοντά στὸ πλήθος τοῦ Ἀντώνιο Νέγκρι ποὺ πρὶν ἀπὸ μερικὰ χρόνια, καὶ προτοῦ ξεχαστεῖ ὤς κάθε ιδεολογικὸ λάιφσταιλ φτιασίδι, ἀποτελούσε ἄλλο ἕνα εἴδωλο πρὸς λατρεία αὐτῶν τῶν χώρων.

Ἄλλα η Σπίθα τοῦ Θεοδωράκη, καταδικάζεται συλλήβδην ὤς «ἐθνικοσοσιαλιστικὴ». Καὶ τὸ παράδοξο εἶναι ὅτι καταδικάζεται ὤς τέτοια ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἔχει πετύχει πρὸς τὸ παρὸν αὐτὸ ποὺ διακηρύττει. Νὰ ἐκφράσει μέσα ἀπὸ ἄμεσες, ἀνοιχτὲς διαδικασίες, χωρὶς μεσολαβήσεις καὶ δόλιες «ἐκπροσωπήσεις» τὸν παλμό τοῦ ὑπὸ λεηλασία ἑλληνικοῦ λαοῦ. Ἀπλὰ τὸ πρόβλημα τῶν αὐτῶν χώρων, εἶναι κυρίως πολιτισμικὸ, καὶ ἀφορὰ σὲ τελευταία ἀνάλυση μὲ μιὰ βαθιὰ ἀντίθεση ποὺ διατηροῦν ἔναντι τοῦ ἴδιου τοῦ λαοῦ… Καὶ τούτο εἶναι ἡ πραγματικὴ αἰτία τῆς ἀντιπαράθεσης.

Κὶ ἐδῶ, ὅπως καὶ σὲ ἄλλες χώρες ἔξω ἀπὸ τὴν μητρόπολη τοῦ καπιταλισμοῦ, ὁ αὐτὸς ἐλιτισμὸς ποὺ περιγράψαμε μὲ γενικούρες στὴν πρώτη ἐνότητα τῶν σημειώσεων αὐτῶν, πολλαπλασιάζει τὶς ἀλλοτριωτικὲς τοὺ λειτουργίες, καθῶς ἐμπλέκεται στὴν καλλιέργεια τῆς ἀντίθεσής τοὺ μὲ τὸν κόσμο τοῦ  «ντόπιου, γήινου λαοῦ», μὲ τὴν ἀποικιοκρατία. Καὶ τούτο γιατὶ ἰστορικὰ, αὐτὴ ἡ «τάχα-μου-ἀπὸ-τἀ-μέσα» ὑπονόμευση τῆς κουλτούρας καὶ τοὺ πνεύματος τῶν λαϊκῶν στρωμάτων ἔχει παίξει ρόλο πολιορκητικοῦ κριοῦ στὴ πνευματικῆ ἀποικιοποίηση τοῦ τόπου. Ἕνα ἐγχείρημα δηλαδὴ φωτισμοῦ καὶ διαπαιδαγώγησης τοῦ ἵδιου τοῦ λαοῦ, ποὺ καταλήγει πολὺ συχνὰ ν᾽ ἀποτελεῖ ἕνα νόθο προτσέσο τῆς αποικιοκρατίας…

Ἀλλὰ ἥδη ἡ βαλίτσα ἔχει πάει πολὺ μακριὰ…

 

Υ.Γ. Ὅλα τούτα δὲν ἀποτρέπουν βέβαια, ἐγχειρήματα ὅπως αὐτὸ τῆς Σπίθας τοῦ Μίκη νὰ πὰν ἐντελῶς σκατὰ, ἀκολουθώντας τὸν ἐσχάτως κυρίαρχο κανόνα αὐτῆς τῆς ὑπέροχα σάπιας χώρας…

Υ.Γ.2 «Ἡ ζωὴ ἐναλάσσεται, σὰ σὲ ντελίριο μέσα σ᾽ ἕνα «ρόλερ-κόστερ-τζούντ (τρενάκι-του-φόβου)» εἴπες ἕνα μουντὸ, σκυθρωπὸ πρωϊνὸ. Ἐγῶ Ν., σύντροφε, σοῦ λέω «νὰ σπάσουμε τὴ μόνωση τοῦ τσιμέντου. Νὰ βγούμε ἔξω. Γύρνα φτερωτὴ τοὺ Μύλου!». Δύο χάσκακες ποὺ πετοῦν τσουβάλια ἀνάκατα, λέξεις συναισθήματα ὁδοφράγματα στὴν ἀποσύνθεση ποὺ πλυμμηρίζει.



19
Ιολ.
10

Διαβάζοντας ένα αναρχικό ποίημα του 19ου αιώνα, με τα μάτια του 2010

ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ


Κυριακή σ’ ένα βαπόρι
στριμωχτήκαν μπουρζουάδες
Ξεφωνίζει κάθε αγόρι
ξεμυξίζουν οι μαμάδες

Τα σκυλιά δεν λογαριάζουν
ο Σηκουάνας πόχει πνίξει
δεν φοβούνται διασκεδάζουν
την ευγενική τους πλήξη

Ω! τι ζέστη … Θεέ μου βράζει
βεβαιώνουν οι κυρίες
επιπόλαιες και γελοίες

Ξεκουμπώνοντας με νάζι
τα χυδαία ντεκολτέ τους
διευκολύνουν τους εμέτους

Laurent Tailhead (1851-1910)
Γάλλος αναρχικός (μτφσ Κ. Καριωτάκης)

***

Οι μυημένοι στην κουλτούρα των ελληνικών χώρων της αμφισβήτησης, θα γνωρίζουν το παραπάνω ποίημα, από την μελοποιημένη του εκδοχή –ένα τραγούδι από το αντιεξουσιαστικό συγκρότημα Ωχρά Σπειροχαίτη. Από εκεί το έμαθα κι εγώ, όντας έφηβος, κατά τις πρώτες μου πολιτικές περιπλανήσεις στα, είν’ η αλήθεια παραπαίοντα τότε, εναλλακτικά εγχειρήματα της Θεσσαλονίκης των μέσων της δεκαετίας του ’90.

Στην αρχή, τότε, το ποίημα τούτο, μου φαινόταν στερεοτυπικό και στυλιζαρισμένο, ότι στριφογυρνάει βασανιστικά στα αρχετυπικά μοτίβα ενός χώρου, όπου αναπόφευκτα η κουλτούρα και τα ήθη του εχθρού αποπνέεουν θάνατο και παρακμή, όντας στον αντίποδα του νέου ανθρώπου που προπαρασκευάζεται μέσα στους αγώνες για την καθολική απελευθέρωση.

Μετά από χρόνια, ίσως λιγότερο γελοίος, διάβασα στον Μισεά, που παρέπεμπε στον Όργουελ, για την ύπαρξη μιας λαϊκής ηθικής της αλληλεγγύης, της συντροφικότητας, της «κοινωνικής ευπροσηγορίας», η οποία ήταν δεμένη με τις κοινοτικές-μικροϊδιοκτητικές παραδόσεις του Μεσαίωνα. Μια λαϊκή ηθική η οποία αντιτιθόταν στην «αστική», από μια δική της σκοπιά, που έβλεπε στην φιγούρα του αστού να αντιπροσωπεύεται μια ύβρις, μια εξουσιαστική αλαζονεία ενός νέου εγωϊσμού, που αντλώντας ισχύ από την συγκέντρωση της οικονομικής, της τεχνολογικής και της πολιτκής δύναμης, θέλει να επαναπροσδιορίσει κάθε ανθρώπινη-κοινωνική συνθήκη στο δικό του μέτρο. Διότι, και πολύ σωστά, ψυχανεμίζονταν ότι πίσω από το διάβημα για καθολική απελευθέρωση που διατύπωνε ο κόσμος των αστών, επί της ουσίας κρύβονταν η διάθεση για την ανύψωση της δικής τους τάξης πάνω από την κοινωνία. Από αυτή τη σκοπιά, το ποιήμα αντικρίζει  και απορρίπτει με τα μάτια του λαού, από την σκοπιά της λαϊκής γειτονιάς, τον κόσμο των μπουρζουάδων, έναν κόσμο πνιγηρό, πληκτικό και χυδάιο, όπου μέχρι και το ξεκουμπωμένο ντεκολτέ καταντάει μια εργαλειακή υπόμνηση της αλλοτρίωσης του σώματος σε μια ηδονική μηχανή.

Έκτοτε, το συμπαθώ ιδιαίτερα, γιατί μιλάει στ’ όνομα αυτής της ηθικής, μιας ηθικής που στα σίγουρα θα φάνταζε συντηρητική, οπισθοδρομική και αντιδραστική στα μάτια του λάιφστάιλ φιλελεύθερου ηδονισμού που κυριαρχεί σήμερα στους χώρους της αμφισβήτησης της ελληνικής κοινωνίας.

Μιας ηθικής που, όχι μόνο τηρεί τις αποστάσεις της αλλά μάλιστα στρέφεται υπόρρητα εναντίον σ’ αυτόν τον τόσο καταθλιπτικά κυρίαρχο στα πλαίσια της ελληνικής κοινωνίας λάιφσταιλ φιλελεύθερο ηδονισμό.

Διότι, για ποιόν κόσμο ακριβώς μιλάει σήμερα η Βαρκαρόλα; Που μπορεί κανείς σήμερα να συναντήσει στην Ελλάδα τις σκηνές της; Μα βέβαια, από τα εξαρχιώτικα και τα θεσσαλονικιώτικα μπαράκια της αμφισβήτησης, μέχρι τα μπλαζέ στέκια της προοδευτικής διανόησης, εκεί μπορεί κανείς να συναντήσει την πλήξη, την έκπτωση, τον ηδονισμό, την αλλοτρίωση του ανθρώπου σε ηδονική/«επιθυμητική μηχανή».

Η Βαρκαρόλα, σήμερα, αποκαλύπτει τους κοινούς τόπους μεταξύ της ηθικής της κυριαρχίας, και της κυρίαρχης κουλτούρας της ψευδο-αμφισβήτησης. Αναδεικνύει την κοινή τους συνισταμένη, έτσι όπως αυτή προκύπτει στα πλαίσια της σύγχρονης, δυτικής κοινωνίας του θεάματος.Υπό αυτή την έννοια αποτελεί ένα –τότε και τώρα, εσσαεί– ανατρεπτικό ποίημα.

Y.Γ. Ο πίνακας είναι του Grosz (Η πόλη, λάδι σε καμβά, 1916-1917)

01
Ιολ.
10

Οικονομία της γνώσης, διαδίκτυο, κοινοτισμός

(ΠΡΟΣΟΧΗ: Μεγάλο κείμενο. Κίνδυνος χασμολισθήσεων)

Συνεχίστε την ανάγνωση ‘Οικονομία της γνώσης, διαδίκτυο, κοινοτισμός’

07
Μάι.
10

Μίσος ταξικό – 3 από ασφυξία

Το πρόβλημα έγκειται σε μια ορισμένη αντίληψη της ταξικής πάλης, που τόσο πολύ έχει επεκταθεί στους χώρους της αμφισβήτησης τα τελευταία 3-4 χρόνια.

Αυτή του «μητροπολιτικού ανταγωνισμού», του «μίσος ταξικό-κουφάλες πατριώτες» που τόσο πολύ φοριέται από τους ριζοσπαστικούς κύκλους των μεσοστρωμάτων της νεολαίας.

Κι όμως –αυτή η αντίληψη αποτελεί μια νομιμοποιητική ιδεολογία μιας μητροπολιτικής στάσης και τάσης που είναι μάλλον αντιδραστική –και ποτέ ανατρεπτική.

ΤΟ σύνθημα λέει αλήθεια για τον εαυτό του, μόνο ως το πρώτο σκέλος: Το μίσος. Είναι το ατομικιστικό, βαθύ μίσος, του σχιζοειδή μητρπολιτάνου, αυτό το μίσος που τόσο παραστατικά είδαμε στον «ταξιτζή» με τον Ντε Νίρο. Είναι ένα μίσος σαφέστατα αντισυμβατικό, γιατί ακριβώς έχει μοναδική πηγή αναφοράς μια υστερική έκρηξη του αλλοτριωμένου εαυτού -κι ως εκ τούτου δεν χωράει σε κανένα σχήμα συλλογικής, δηλαδή κοινωνικής οργάνωσης (καταναγκαστικής ή απελευθερωτικής). Αλλά ταυτόχρονα κι ένα μίσος ακραία μηδενιστικό, γιατί ακριβώς στον ορίζοντά του δεν βλέπει καμία «αδελφότητα» πέρα από την κουκουλωμένη αδελφότητα των σκοτεινών τιμωρών, που δικάζουν και εκτελούν σαν τον δικαστή Ντρέντ, με τα όπλα στο χέρι.

Γι’ αυτό και, μέχρι τώρα κάθε μαζική εκδήλωση αυτού του «ταξικού μίσους» έχει ως κύριο χαρακτηριστικό της, την ολοκληρωτική απουσία σαφέστατης ταξικής αναφοράς. Οι φορείς της, σπάζουν αδιάκριτα, μικρές και μεγάλες επιχειρήσεις, περίπτερα, στάσεις λεωφορίων (δημόσιες υποδομές), τράπεζες, αυτοκίνητα και μοτοσακό. Το ίδιο μαρτυράει και η εστίαση της αντιπαράθεσης στον «μπάτσο», το τυφλό όργανο του καταναγκασμού, και όχι σε κάποιον φορέα της ταξικής κυριαρχίας του τόπου, τον εντολοδότη του.

Υπό αυτό το πρίσμα, δεν ήταν διόλου απίθανο να συμβεί αυτό που συνέβη πριν από τρεις μέρες, ακυρώνοντας μια από τις μεγαλύτερες πορείες της μεταπολίτευσης.

Ίσα-ίσα. Πρόκειται για προβλέψιμες και αναπόφευκτες παράπλευρες απώλειες πράξεων που δεν έχουν κανέναν άλλο στόχο πέρα από το να εξαπολύσουν την ρομφαία αυτού του μίσους μέσα στο και εναντίον του μητροπολιτικού περιβάλλοντος στο οποίο επωάζεται.

Τη στιγμή που επιχειρείται ανοιχτά εκτροπή του πολιτεύματος, την στιγμή που μπροστά μας ξεδιπλώνεται σε όλες τις διαστάσεις ένα απροκάλυπτο καθεστώς κατοχής του Βερολίνου και της Ουάσιγκτον, με σύσσωμες τις ελληνικές άρχουσες τάξεις να παίζουν το ρόλο του δοσίλογου και του ενεργούμενου, την στιγμή που επιβάλεται δια της ανοιχτής βίας πολιτικές με τις οποίες οι κυρίαρχει παίρνουν την ταξική ρεβάνς από τον ελληνικό λαό –σε μια συγκυρία που συμβαίνουν όλα αυτά ταυτοχρόνως, τα εξεγερσιακά δυναμικά της ελληνικής κοινωνίας δείχνουν να εγκλωβίζονται σε στάσεις και συμπεριφορές που παραπέμπουν σ’ ένα σκηνικό «πολέμου όλων εναντίον όλων».

Έτσι, όσοι εκ του πονηρού, πόνταραν στο άλογο αυτού του μίσους, σε αναζήτηση μιας νέας «ταξικής συνείδησης» προς άγραν κοινού, μελών, στελεχών ή ψηφοφόρων, μόλις τις τελευταίες ώρες κατανοούν τι θύελλες έσπειραν*.

Θα πρέπε να γνωρίζουν όλοι αυτοί, ότι το τυφλό και απελπισμένο μίσος, η βία και η οργή δεν απαντώνται μόνο στις εξεγερσιακές καταστάσεις, αλλά και σ’ εκείνες που προσιδιάζουν τις συνθήκες της ρωμαϊκής αρένας. Ως προς αυτό, γνωρίζουμε πολύ καλά πώς η αυτοκρατορική κοινωνική μηχανική της Ρώμης χρησιμοποιούσε αυτού του τύπου τα θέματα, ώστε να ακυρώσει (δια της εκτόνωσης ή δια του φόβου) την πολιτική λειτουργία του πλήθους. Και γνωρίζουμε επίσης, ότι αυτή πρακτική της αυτοκρατορικής Ρώμης ευθύνεται για το ότι, οι συνθήκες που επικρατούσαν μέσα στην αρένα, αγκάλιασαν όλη την ρωμαϊκή κοινωνία κατά την εποχή όπου η αυτοκρατορική τάξη και ασφάλεια άρχισε να αποσυντίθεται.

Νομίζω πώς η «αντίθεση» του μηδενιστικού μίσους, στη «θέση» μιας χώρας που υποτάσσεται όντας ολοκληρωτικά σάπια σ’ αυτό το στυγνό καθεστώς, δεν μπορεί παρά να παράξει «αποσύνθεση».

================

* Θα πρέπει να γίνει επιτέλους μια συζήτηση που να διαχωρίζει λίγο τα μέσα από το περιεχόμενο. Να επικεντρωθούμε λίγο στο κοινωνικό υποκείμενο αυτό καθ’ αυτό. Ως προς αυτό, η εξίσωση που έχει γίνει από διάφορους χώρους ότι αυτού του τύπου η «κοινωνική αντιβία» οδηγεί στην ανάπτυξη των ανατρεπτικών και των ριζοσπαστικών συνθηκών στους κόλπους της κοινωνίας, είναι εντελώς εσφαλμένη.

Διότι μέχρι τώρα η ιστορία δείχνει ότι μάλλον αποτελεί ανταγωνιστικό μέγεθος και την υπονομεύει. Ας δούμε την περίπτωση της συλλογικής αυτο-οργάνωσης της μαύρης κοινότητας στις ΗΠΑ. Η άνοδος της «διάχυτης, μητροπολιτικής αντιβίας» σήμανε το τέλος των ανατρεπτικών δυναμικών και όχι την απαρχή ενός νέου κύκλου. Αντίθετα, ήταν αυτή που έθεσε τις βάσεις για την γκανγκστερική εκτροπή των δυναμικότερων κομματιών, εξέλιξη που μέχρι σήμερα υπονομεύει την υπόθεση της χειραφέτησης του. Με άλλη μορφή, και ορισμένες ιδιαιτερότητες, ανάλογα πράγματα συνέβησαν και στις πόλεις της Βραζιλίας, όπου η άνοδος των συμμοριών λειτούργησε αποτρεπτικά στην συγκρότηση ενός μαζικού κινήματος των άρτι αστικοποιημένων και προλεταριοποιημένων στρωμάτων. Έτσι, οι συμμορίες κατανάλωσαν και καταναλώνουν ένα λαϊκό δυναμικό, το οποίο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί δημιουργικά στον αγώνα για μιαν καλύτερη κοινωνία.

19
Απρ.
10

Η εξορία του εικονικού

(Σφραγισμένοι ουρανοί….)

Έχω προσέξει πώς τον τελευταίο καιρό που η κρίση θεριεύει, η χρήση του διαδικτύου αυξάνει ολοένα και περισσότερο. Όσο πάει καταλαβαίνω πώς οι ώρες που περνούμε στο διαδίκτυο είναι δείκτης επιδείνωσης των όρων της ίδιας μας της ζωής. Λες και τρέχουμε να κρυφτούμε όλοι μαζί στην έρημο του facebook προκειμένου να ξεφύγουμε από τα γδαρμένα και αιχμηρά τοπία ενός βίου που φθίνει.

Κάποιος θα υποστήριζε ότι πρόκειται για το ηλεκτρονικό μας καταφύγιο. Στην πραγματικότητα, όμως, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια μεταμοντέρνα μορφή εξορίας. Η ολοκληρωτική ενσάρκωση του no man’s land.

Πρόκεται για δύο διαφορετικές προσεγγίσεις ή για τις όψεις του ίδιου νομίσματος; Μήπως τάχα το τρομαγμένο και άμαθο στην ελεύθερη ζωή καναρίνι, δεν βλέπει το κλουβί σαν τη λύτρωση από έναν κόσμο που φαντάζει εξαιρετικά απειλητικός;

Μάλλον ήρθε ο καιρός να στρέψουμε την προσοχή μας στις νέες μορφές εκπτώχευσης του καθημερινού μας βίου;

20
Μαρ.
10

Εξαρτήματα κατευνασμού

Οι ουσίες έχουν γίνει καθεστώς σ’ αυτήν την κοινωνία. Όλες. Νόμιμες, παράνομες, κυριλέ και βρώμικες. Η κατανάλωσή τους είναι μαζική. Η κοινωνική νοηματοδότηση της χρήσης των μαλακών και νόμιμων ψυχοτρόπων ουσιών έχει μεταβληθεί. Πίνουμε και καπνίζουμε, πια, για να κατευναστούμε. Να αντέξουμε μια καθημερινότητα στεγνή από οποιαδήποτε δημιουργική, διάσταση, από οποιαδήποτε αυθεντική έκφραση συλλογικότητας. Το αλκόολ και ο καπνός είναι απαραίτητα εξαρτήματα του μεταμοντέρνου ανθρώπου. Πάνε πακέτο με μια δοσμένη κατάσταση της ημι-διαλυμένης, χαοτικής μητρόπολης. Τη ρηχότητα και τη μοναχικότητα –την καθημερινή μιζέρια.
Κοιτάξτε γύρω σας. Πόσοι είναι μπεκροκανάτες του Σαββατοκύριακου; Πόσοι έχουν συνδέσει την χαλάρωση, την κοινωνικότητα, την ψυχαγωγία και την επικοινωνία με το να πίνουν; Πόσοι «ξεμπλοκάρουν» με μια μπύρα μετά τη δουλειά; Διάβαζα προχθές σ’ ένα πολιτικό περιοδικό (στα επίκαιρα), ότι υπολογίζεται ότι γύρω στα 55% των Ελλήνων που είναι μεταξύ 35-55 χρονώ είναι αλκοολικοί.
Κάποτε η κρεπάλη στοιχειοθετούσε ένα ντεμπορικό διάβημα –μια συμβολική πράξη εξέγερσης στην κανονικότητα. Κι από πίσω τρέχανε κι όλα τα άλλα στερεότυπα. Υποτίθεται ότι η κρεπάλη ήταν η κατάφαση στην επικοινωνία και την δημιουργικότητα. Σκατά. Ρωμαϊκή παρακμή είναι, και απελπισία.
Γυρίσουμε σελίδα. Οι συγκινήσεις δεν βρίσκονται πλέον σ’ εκείνο το μπαρ που ξενυχτάει: Τούτο ξέφτισε σε νοσοκομείο μητροπολίτικων ψυχών.
Προσωπικά προτιμώ το νηφάλιο σλάλομ στις αντιφάσεις της κρίσης που εκρύγνηνται. Την πραγματική περιπλάνηση μέσα στην πόλη. Την διερεύνηση όλων των πιθανόν συλλογικών εγειρημάτων που είναι σε θέση να φτιάξουν κοινωνικά δίχτυα προστασίας έναντι της κρίσης. Το διάβασμα. Την «εργατική έρευνα» –την παρουσία στο πεδίο για μια εμπειρική πρόσληψη των πραγμάτων, από αντιστασιακή σκοπιά βεβαίως-βεβαίως. Και την σωματική άσκηση –σε αντίδραση της καθημερινής καθήλωσης στην οθόνη του υπολογιστή, ως αντίσταση στη εργαλειακή δικτατορία των υπολογιστικών δικτύων.
Βγείτε απ’ το σπίτι. Πάτε μια βόλτα στο κέντρο, το Σάββατο το βράδυ. Ο ναρκωμένος, ο μεθυσμένος, εύθυμος, δύσθυμος ή κενόθυμος, είναι μια φιγούρα ενσωματωμένη στα τοπία της μητρόπολης, στον τεχνόκοσμο του Κεφαλαίου.
Σήμερα, ημέρες κρίσης, ημέρες πτώσης, ημέρες σαρωτικής αποσύνθεσης του μεταπολιτευτικού καθεστώτος, η τομή με τις κατευναστικές συνήθειες είναι αναγκαία.



Δεκέμβριος 2022
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1234
567891011
12131415161718
19202122232425
262728293031