Archive for the 'Ποίηση' Category

23
Ιαν.
11

Σπουδή στην πνοή της Ιστορίας

ΣΠΟΥΔΗ ΤΡΙΤΗ

Τα γεγονότα δεν έχουνε διαστάσεις την ώρα που τελούνται

τις αποχτούνε με το χρόνο κι όλα είναι γύρω σου

σαν να μην είναι

άλλωστε έτσι γράφεται κι η Ιστορία τελικά πρέπει να

μάθεις πως καμιά θυσία δεν πάει χαμένη και τα βράδια

όταν πλαγιάζεις έμφλογος και άγρυπνος ακούγονται τριγμοί στα σανίδια της οροφής καθώς περνούν τα τρένα

με λυγμούς

(Κλείτος Κύρου, Περίοδος Χάριτος, 1992)

 

 

Advertisement
12
Σεπτ.
10

Ο τρόπος του μπαμπού

Ψε στην πορεία, ήταν κάτι παιδιά κάπου περιφρούρηση, και κρατούσανε μακριά κοντάρια μπαμπού με μαυροκόκκινες σημαίες.

Τα είδα και θυμήθηκα όλη την ιστορία με το μπαμπού, ότι συμβολίζει την τεράστια αντιστασιακή παράδοση του κινεζικού λαού: Ένα φυτό που λυγίζει, και δεν σπάει, ένας λαός που δεν γονατίζει ποτέ. Είναι πολύ όμορφη αυτή η παρομοίωση. Κρύβει αυτή τη γλυκειά, βαθύτατη και ταυτόχρονα λιτή σοφία που αποπνέει η κινεζική ματιά στον κόσμο και την ιστορία.

Υποδεικνύει επίσης έναν τρόπο να μιλήσεις για την εξέγερση, δίχως κενά συνθήματα κι τρύπιες σημαίες. Αν κάτι έλειπε εχθές, ήταν αυτός ο τρόπος, κι έτσι ο δρόμος λύγιζε στο πέρασμα των πανώ με τις διαψευσμένες αυταπάτες.

Καλημέρα σας…

Μόνος στέκομαι

Στην πιο μοναχική λοφοκορφή,
Γη των σύννεφων από κάτω μου
Και γη των σύννεφων γύρω μου.
Απαλά φυσάει ο άνεμος,
Απαλά πέφτει η βροχή,
Η χαρά σαν ομίχλη μεγαλώνει
Και διώχνει τις σκέψεις για το σπίτι μου.
Εκεί κανένας δεν θα με τιμήσει
Πεσμένον από τις τιμές.
Μαζεύω τους καπουτσίνους
Στην πλαγιά των λόφων,
Φυσημένος στη μέση του χάους
Της κοτρόνας και του αγριόχορτου.
Μισώντας τον τύραννο
Που μ’ έκανε απόβλητον

Απόσπασμα από ποίημα του Τσου Γιουάν (340-278 π.X). Μετάφραση: Σωκράτης Σκαρτσής


19
Ιολ.
10

Διαβάζοντας ένα αναρχικό ποίημα του 19ου αιώνα, με τα μάτια του 2010

ΒΑΡΚΑΡΟΛΑ


Κυριακή σ’ ένα βαπόρι
στριμωχτήκαν μπουρζουάδες
Ξεφωνίζει κάθε αγόρι
ξεμυξίζουν οι μαμάδες

Τα σκυλιά δεν λογαριάζουν
ο Σηκουάνας πόχει πνίξει
δεν φοβούνται διασκεδάζουν
την ευγενική τους πλήξη

Ω! τι ζέστη … Θεέ μου βράζει
βεβαιώνουν οι κυρίες
επιπόλαιες και γελοίες

Ξεκουμπώνοντας με νάζι
τα χυδαία ντεκολτέ τους
διευκολύνουν τους εμέτους

Laurent Tailhead (1851-1910)
Γάλλος αναρχικός (μτφσ Κ. Καριωτάκης)

***

Οι μυημένοι στην κουλτούρα των ελληνικών χώρων της αμφισβήτησης, θα γνωρίζουν το παραπάνω ποίημα, από την μελοποιημένη του εκδοχή –ένα τραγούδι από το αντιεξουσιαστικό συγκρότημα Ωχρά Σπειροχαίτη. Από εκεί το έμαθα κι εγώ, όντας έφηβος, κατά τις πρώτες μου πολιτικές περιπλανήσεις στα, είν’ η αλήθεια παραπαίοντα τότε, εναλλακτικά εγχειρήματα της Θεσσαλονίκης των μέσων της δεκαετίας του ’90.

Στην αρχή, τότε, το ποίημα τούτο, μου φαινόταν στερεοτυπικό και στυλιζαρισμένο, ότι στριφογυρνάει βασανιστικά στα αρχετυπικά μοτίβα ενός χώρου, όπου αναπόφευκτα η κουλτούρα και τα ήθη του εχθρού αποπνέεουν θάνατο και παρακμή, όντας στον αντίποδα του νέου ανθρώπου που προπαρασκευάζεται μέσα στους αγώνες για την καθολική απελευθέρωση.

Μετά από χρόνια, ίσως λιγότερο γελοίος, διάβασα στον Μισεά, που παρέπεμπε στον Όργουελ, για την ύπαρξη μιας λαϊκής ηθικής της αλληλεγγύης, της συντροφικότητας, της «κοινωνικής ευπροσηγορίας», η οποία ήταν δεμένη με τις κοινοτικές-μικροϊδιοκτητικές παραδόσεις του Μεσαίωνα. Μια λαϊκή ηθική η οποία αντιτιθόταν στην «αστική», από μια δική της σκοπιά, που έβλεπε στην φιγούρα του αστού να αντιπροσωπεύεται μια ύβρις, μια εξουσιαστική αλαζονεία ενός νέου εγωϊσμού, που αντλώντας ισχύ από την συγκέντρωση της οικονομικής, της τεχνολογικής και της πολιτκής δύναμης, θέλει να επαναπροσδιορίσει κάθε ανθρώπινη-κοινωνική συνθήκη στο δικό του μέτρο. Διότι, και πολύ σωστά, ψυχανεμίζονταν ότι πίσω από το διάβημα για καθολική απελευθέρωση που διατύπωνε ο κόσμος των αστών, επί της ουσίας κρύβονταν η διάθεση για την ανύψωση της δικής τους τάξης πάνω από την κοινωνία. Από αυτή τη σκοπιά, το ποιήμα αντικρίζει  και απορρίπτει με τα μάτια του λαού, από την σκοπιά της λαϊκής γειτονιάς, τον κόσμο των μπουρζουάδων, έναν κόσμο πνιγηρό, πληκτικό και χυδάιο, όπου μέχρι και το ξεκουμπωμένο ντεκολτέ καταντάει μια εργαλειακή υπόμνηση της αλλοτρίωσης του σώματος σε μια ηδονική μηχανή.

Έκτοτε, το συμπαθώ ιδιαίτερα, γιατί μιλάει στ’ όνομα αυτής της ηθικής, μιας ηθικής που στα σίγουρα θα φάνταζε συντηρητική, οπισθοδρομική και αντιδραστική στα μάτια του λάιφστάιλ φιλελεύθερου ηδονισμού που κυριαρχεί σήμερα στους χώρους της αμφισβήτησης της ελληνικής κοινωνίας.

Μιας ηθικής που, όχι μόνο τηρεί τις αποστάσεις της αλλά μάλιστα στρέφεται υπόρρητα εναντίον σ’ αυτόν τον τόσο καταθλιπτικά κυρίαρχο στα πλαίσια της ελληνικής κοινωνίας λάιφσταιλ φιλελεύθερο ηδονισμό.

Διότι, για ποιόν κόσμο ακριβώς μιλάει σήμερα η Βαρκαρόλα; Που μπορεί κανείς σήμερα να συναντήσει στην Ελλάδα τις σκηνές της; Μα βέβαια, από τα εξαρχιώτικα και τα θεσσαλονικιώτικα μπαράκια της αμφισβήτησης, μέχρι τα μπλαζέ στέκια της προοδευτικής διανόησης, εκεί μπορεί κανείς να συναντήσει την πλήξη, την έκπτωση, τον ηδονισμό, την αλλοτρίωση του ανθρώπου σε ηδονική/«επιθυμητική μηχανή».

Η Βαρκαρόλα, σήμερα, αποκαλύπτει τους κοινούς τόπους μεταξύ της ηθικής της κυριαρχίας, και της κυρίαρχης κουλτούρας της ψευδο-αμφισβήτησης. Αναδεικνύει την κοινή τους συνισταμένη, έτσι όπως αυτή προκύπτει στα πλαίσια της σύγχρονης, δυτικής κοινωνίας του θεάματος.Υπό αυτή την έννοια αποτελεί ένα –τότε και τώρα, εσσαεί– ανατρεπτικό ποίημα.

Y.Γ. Ο πίνακας είναι του Grosz (Η πόλη, λάδι σε καμβά, 1916-1917)

02
Μαρ.
10

Όπλο μας η ένδειά μας

Τι κι αν το μέλλον προδιαγράφεται ζοφερό, για κάποιον που μόλις κλείνει την τρίτη δεκαετία της ζωής του; Προσωπικά, περισσότερη αγωνία έχω για το εάν θα μπορέσω να δω στους καθαρούς ορίζοντες πέρα από το άγος της «επαγγελματικής αποκατάστασης», της «καριέρας» και της «καταναλωτικής δυνατότητες», παρά να εμπλακώ σ’ αυτές τις ανθρωποβόρες διαδικασίες.

Η αλήθεια είναι ότι κουτσά-στραβά θα τα καταφέρουμε, χύνοντας τον ίδιον ιδρώτα που έχυσαν οι πατεράδες και οι παππούδες μας, μοχθώντας για να ανεβούν τα σκαλοπάτια του βίου. Ξέρω, ο μόχθος είναι ντεμοντέ στην κοινωνία των γυαλιστερών μπαρ. Και γι’ αυτό λοιδορείται συστηματικά από τους επαναστάτες με το περιποιημένο μουσάκι και τα σινιέ ρουχαλάκια, αυτή την ιδιόμορφη ολοκληρωτική πολιτική πτέρυγα του ελληνικού μικροαστισμού.

Χθές, πάντως, σ’ έναν από τους ελάχιστους χώρους στην πόλη, όπου το μεράκι του ανθρώπου που τον έφτιαξε έχει κατανικήσει όλες τις αρρώστιες του χρήματος, μιλούσαμε με φίλους.

Και λέγαμε πώς είναι πιο καιρός να δούμε την κρίση ως αφορμή. Την νέα μας, επικείμενη ένδεια ως μια ευκαιρία να δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση στις σχέσεις και όχι στις χρήσεις. Στους συντρόφους μας, τους φίλους μας και την οικογένειά μας.

Θ’ ανοίξουμε τα πανιά μας, και θα ανακαλύψουμε και πάλι τις πανάρχαιες πρακτικές της κοινοκτημοσύνης. Την συλλογική εργασία στα περιβόλια που θα κάνουμε σε ταράτσες, πρασιές και αυλές, την ανταποδοτικότητα, τις «αγάπες» –να τρώμε όλοι μαζί μην μας πλακώσει η απελπισία. Θα ξεκινήσουμε και πάλι να ανταλλάζουμε τα ρούχα μας, να μοιραζόμαστε τα ποδήλατά μας, τα λιγοστά οχήματα και θα πηγαίνουμε και πάλι με το λεωφορείο όλοι μαζί ή με τα πόδια εκδρομή στο δάσος. Και θα μαζευόμαστε στα σπίτια ή τις πλατείες, και στα στέκια μας, μακριά από τα εργοστάσια παραγωγής της διασκέδασης που κυριαρχούν στις νύχτες μας.

Με όπλο την ένδειά μας θα δώσουμε την αποφασιστική μάχη για την αξιοπρέπεια που ανταλλάξαμε για μία πιστωτική κάρτα.

Κι αν πέσουμε, θα πέσουμε όρθιοι, χλευάζοντας όσους μας καλούν να ζούμε σκυφτοί, διαφόρων αποχρώσεων και ιδεολογιών υπάλληλοι της πουστιάς, της ανηθικότητας, του εγωϊσμού, της βίας, της κυριαρχίας και του εξουσιαστικού τσαμπουκά που εκπέμπει το καπιταλιστικό φαντασιακό.

Ας φτιάξουμε λοιπόν τις δικές μας σχεδίες, για να πορευτούμε μέσα στις φουρτούνες που έρχονται

08
Οκτ.
09

Dream Factory (2)

Όταν καταλαγιάζει ο αχός

της σύγχρονης τεχνολογίας

Κι ακούγεται μόνο

Το παράπονο του λαβωμένου περιστεριού

Αρχίζει η αναπαραγωγή των ονείρων

Κλείτος Κύρου

18
Σεπτ.
09

Μόντης, «μητέρα…»

«Μητέρα θυμᾶσαι τὸν oὐρανὸ
πoύχαμε δεμένo κὸμπo στo μαντήλι;
Μᾶς τoν πῆραν oἱ ταχυδακτυλoυργoί, μητέρα
ἔτσι ὅπως πρὶν τὴν μπάλα μεσ’ ἀπ’ τὸ κoυτί.
Θυμᾶσαι τo ρυάκι πoὔ ‘πλενε τὰ πόδια μας,
θυμᾶσαι τo ρυάκι πoὺ τoῦ πλέναμε τὰ πόδια,
θυμᾶσαι τὶς λευκὲς κραυγὲς στὴ χαράδρα;
Θυμᾶσαι τὶς φλυαρίες πoὺ ράμφιζαv τὴ ρόγα τῆς αὐγῆς,
θυμᾶσαι τoυς ψιθύρoυς πoυ μηχανoρραφoῦσαv τὴv ἄνoιξη,
θυμᾶσαι τὰ περιστέρια πoὔ ‘σκυβαv μεσ’ στov ἤλιo
νά πιoῦv νερὸ στὴ χoύφτα τoυ,
θυμᾶσαι τ’ ὄνειρo πoὺ κυλoῦσε κι ἔφευγε ἀπάνω ἀπ’ τὶς φτερoῦγες τoυς,
θυμᾶσαι τ’ ὄνειρo πoὺ κρεμόταv κάτω ἀπ’ τo λαιμὸ τoυς,
τ’ ὄνειρo πoὺ σκαρφάλωνε τὶς σημαῖες τoυς;
Τώρα ὀξειδώθηκαv ὅλα μέσα μας, μητέρα,
τώρα σκέβρωσαv ὅλα μέσα μα
ς.»

Από τα Τρία Γράμματα στη μητέρα

23
Μαρ.
09

Χωρίς τίτλο

Είμαστε μόνο περαστικοί

στα μάτια των άλλων.

Μα κι οι άλλοι

περαστικοί είναι.

Τέτοια θλιβερή δικαιοσύνη.

Άντης Ροδίτης, Coco-De-Mer (Λευκωσία 2008)





Ιανουαρίου 2023
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031