Archive for the 'Μουσική' Category

15
Μαρ.
11

blue valentine

==========================

Δεν έχω τίποτε να πω… Με καλύπτει το άρθρο του Νίκου Ξυδάκη, στην καθημερινή της προηγούμενης Κυριακής. Αν είναι να προσθέσω κάτι, είναι ένα ξεχασμένο κομμάτι των «Ψυχώ» (Psycho), το καλύτερο κατ εμέ κομμάτι του μοναδικού τους δίσκου, Montage Fatal.

==========================

ΠΗΓΗ: καθημερινή (13/3/2011)

Tου Nικου Γ. Ξυδακη 

Σίντυ: Δεν υπάρχει κάτι που θα ήθελες να κάνεις; Ντιν: Σαν τι; Σίντυ: Είσαι καλός σε πολλά, θα μπορούσες να κάνεις κάτι… Ντιν: Σαν τι; Να είμαι άντρας σου, να είμαι πατέρας της Φράνκι; Τι; Πώς με φαντάζεσαι; Σίντυ: Δεν ξέρω… Είσαι καλός σε τόσα πράγματα… Εχεις μεγάλη ικανότητα… Ντιν: Σε τι; Σίντυ: Ζωγραφίζεις, τραγουδάς, χορεύεις… Ντιν: Ποτέ δεν ήθελα να είμαι σύζυγος ή πατέρας ενός παιδιού… Αλλά τώρα είναι το μόνο που θέλω να κάνω. Δεν θέλω τίποτε άλλο. Αυτό θέλω. Σίντυ: Θα ήθελα να ‘χεις μια δουλειά, που δεν θα ξεκινά από τις οκτώ το πρωί για να πιεις. Ντιν: Οχι, έχω μια δουλειά που μου επιτρέπει να πίνω από τις οκτώ το πρωί… Είναι πολυτέλεια. Ξυπνάω, πίνω μια μπίρα, πάω στη δουλειά, βάφω ένα σπίτι, τους αρέσει η δουλειά μου, γυρνάω σπίτι και είμαι μαζί σας. Αυτό είναι όνειρο! Σίντυ: Και δεν νιώθεις ποτέ απογοητευμένος; Ντιν: Γιατί να νιώσω έτσι; Σίντυ: Που έχεις τόσες δυνατότητες και… Ντιν: Και λοιπόν; Κάνω αυτό που θέλω. Γιατί πρέπει δηλαδή να βγάζω λεφτά απ’ τις δυνατότητές μου; Σίντυ: Μα δεν σου λείπει; Ντιν: Μα τι εννοείς με τις δυνατότητες; Τι σημαίνει δυνατότητες; Δυνατότητες για τι; Να τις κάνω τι; 

Ο Ντιν και η Σίντυ, το ζευγάρι της ταινίας Blue Valentine, είναι σχεδόν τελειωμένοι, στα τριάντα τους. O Nτιν, με αρχή φαλάκρας, φανελάκι και τατουάζ, είναι ένας νεοπρολετάριος με αισθητική indie και συμπεριφορά Μάρλον Μπράντο στο «Λιμάνι της Αγωνίας» και στο «Λεωφορείον ο Πόθος». Ενας άντρας που τον στοιχειώνει η οικογένεια που δεν είχε. Και κουβαλάει την έλλειψη φιλοδοξίας, στα μάτια της συντρόφου του τουλάχιστον. Η Σίντυ είναι η νεοπρολετάρια που πήγε στο κολέγιο και έχει φιλοδοξίες, πιστεύει ακόμη στο όνειρο της ανόδου, της καριέρας.

Ο έρωτας τους ένωσε και τους λαμπάδιασε για μια στιγμή, υπέροχα, μελοδραματικά, cool, χίπικα, σαν διαφήμιση της Apple. Αλλά τώρα, μερικά χρόνια αργότερα, ο έρωτας έχει σβήσει, και η αγάπη δεν πρόλαβε να τους δέσει· η ζωή, η ανάγκη, τα στερεότυπα, οι αποκλίνοντες χαρακτήρες, διαλύουν το εύθραυστο υποστύλωμα του νεανικού έρωτα των παιδιών της εργατικής τάξης.
Μόνοι τους, ο καθείς με τους δαίμονές τους, με τον έρωτα σβησμένο, με την αγάπη λιγοστή, βλέπουν στον άλλο ένα εμπόδιο.
Και οι δύο διψούν για αυτοπραγμάτωση. Και οι δύο ζουν μόνοι μεταξύ ενός πλήθους μόνων. Η Σίντυ βλέπει την αυτοπραγμάτωση μέσα από την πρόοδο, την προκοπή, την άνοδο, την εκμετάλλευση των δυνατοτήτων· είχε ξεκινήσει σπουδές, πλησίασε το επόμενο σκαλί, προσπαθεί να το ξαναφτάσει· ο γκρίζος προλεταριακός βίος την καταθλίβει. Προσπαθεί να επανεκκινήσει, πριν να είναι αργά, οδηγημένη από ένστικτο επιβιωτή.
O Ντιν βλέπει την αυτοπραγμάτωση μέσα από την αποδοχή μιας κατάστασης, την οποία δεν την επέλεξε καν: να είναι πατέρας ενός παιδιού που δεν του ανήκει, να κάνει δουλειές του ποδαριού, να χουζουρεύει σπίτι, να παίζει διαρκώς με το παιδί, σαν παιδί.
Ο λαμπερός νέος με το γιουκαλίλι που φλερτάρει τη νύφη ερμηνεύοντας συνταρακτικά το ποπ στάνταρ «You Only Hurt the Ones You Love» (Πληγώνεις μόνο όσους αγαπάς), είναι ένας φθαρμένος γόης, που παίζει, μεθάει και θυμώνει. Η αποδοχή συνορεύει με την παραίτηση.
Βλέποντας την ταινία του Derek Gianfrance δεν έβλεπα μόνο τον πικρό ρεαλισμό μιας σχέσης. Εβλεπα τη βαθιά ψυχή της Αμερικής, της εργατικής της τάξης, με τα μικρά όνειρα, την αμεσότητα των αισθημάτων, την απλότητα των σχέσεων, την αδυναμία του ξεμοναχιασμένου ατόμου, το βάρος του American Dream.
Ο αμόρφωτος Ντιν, με τα ακατέργαστα ταλέντα, θέτει το θεμελιώδες ερώτημα: Κάνω αυτό που θέλω· γιατί πρέπει να βγάζω λεφτά απ’ τις δυνατότητές μου;
Το ερώτημά του είναι μια σπαρακτική αμφισβήτηση του American Dream, του Δυτικού Ονείρου, του υλιστικού μοντέλου ζωής, του πνιγηρού ντετερμινισμού της διαρκούς προόδου. Γιατί να μην είμαι απλώς αυτό που είμαι; Γιατί να είμαι κάτι παραπάνω, κάτι άλλο;
Τελειώνοντας την κασαβετική αυτή ταινία, με ανθρώπους τρυφερούς και τσαλακωμένους, αντιλήφθηκα ότι στο δράμα τους δεν έβλεπα μόνο εικόνες από την βαθιά Αμερική, αλλά κάτι πιο κοντινό: έβλεπα εικόνες της Ελλάδας σήμερα. Οι indies Ελληνες 20-30ρηδες που μπουσουλάνε στο άνυδρο παρόν έρχονται διαρκώς αντιμέτωποι με τέτοια ερωτήματα, μαχαίρια: Τι ζωή αξίζει να παλέψω; Να αποδεχτώ αυτό που είμαι ή να ματώσω για κάτι παραπάνω; Και τι είναι το παραπάνω; Τι είναι οι δυνατότητες;
==============
Advertisement
12
Μαρ.
11

Ξυλούρης.-

14
Φεβ.
11

Άτσαλες σκέψεις περί μουσικής ΙΙ – Μόνικα

Άκουσα πολλά από τα τραγούδια της Μόνικας. Έκτοτε τα ακούω κάθε μέρα. Ανήκω σ’ αυτούς που νομίζουν ότι έχει απίστευτο ταλέντο. Κυρίως μουσικά. Υπάρχει κάτι το πολύ ιδιαίτερο στη μουσική της –και ταυτόχρονα οικείο. Ακούγεται σαν διάβημα ενός άλλου κόσμου, που σε καλεί να μετέχεις. Μάλλον ανήκω κι εγώ στους ενθουσιασμένους, με κίνδυνο όπως πάντα να γράψω υπερβολές κι αμετροέπειες. Ίσως. Ας πούμε, τελοσπάντων, ότι η μουσική της Μόνικα είναι ένα όχημα για να ταξιδέψεις. Πολύ περισσότερο από την 345093459053409η εκδοχή έντεχνης κιθαρωδίας που προβάλεται σήμερα από «μέηνστρημ εναλλακτικά» κανάλια.

Αναπόφευκτα, βέβαια, ο ενθουσιασμός γεννάει και ορισμένες σκέψεις, ορισμένες αγωνίες.

Η Μόνικα με έβαλε να σκεφτώ, τη συνθήκη της «νέας, ελπιδοφόρου δημιουργού» (ίσως να απεχθάνεται αυτή την ταμπέλα όσο κι εγώ). Τον κίνδυνο που έχει να εκτροχιαστεί από την «επιτυχία». Έναν κίνδυνο, που όσο κι αν φαίνεται περίεργο δεν πρέπει να είναι μόνον κίνδυνος προσωπικός, με την έννοια ότι δεν εξαρτάται κυρίως από τους νέους δημιουργούς.

Γιατί υπάρχει μια πολύ σοβαρή αντίφαση στα θεμέλια της μουσικής βιομηχανίας σήμερα. Γιατί από τη μία λειτουργεί με τις ταχύτητες μιας άυλης τουρμποκαπιταλιστικής βιομηχανίας, έχει ανάγκη δηλαδή διαρκώς από «καινοτομίες», δηλαδή «φρέσκο αίμα», «νέα ακούσματα» για να λειτουργήσει. Πλέον μιλάμε με όρους χιτ εβδομάδων, ή δια διάττοντες «ποιοτικούς αστέρες» και όχι με όρους, ας πούμε μόνιμης, δημιουργικής παρουσίας στον αστερισμό της μουσικής.

Από την άλλη όμως, η άλλη όψη της ίδιας της βιομηχανίας, όλο αυτό το σταρ σύστεμ, η προβολή, το αδιάκοπο τρεχαλητό, η φιλοδοξία που σε μπουκώνουν, ο διά της βίας ναρκισσισμός που σου επιβάλουν και όλα αυτά τα συμπαραμαρτούντα, δημιουργούν συνθήκες ανθρωπολογικής εξάντλησης. Πλέον, οι ταλαντούχοι και οι «φερέλπιδες» τα φτύνουν μέσα σ’ αυτή την κατάσταση, ήδη πολύ πιο πρίν από το να εξαντλήσουν τη δημιουργικότητα που έχουν μέσα τους.

Είναι η αντίφαση ενός χώρου που θέλει το νέο και το ελπιδοφόρο για να λειτουργήσει, και που ταυτόχρονα το σκοτώνει σε κάθε του κίνηση του γραναζιού της μηχανής του: Πάρτε για παράδειγμα την Έϊμυ Γουάϊνχαους, που για μένα έχει μια εξαιρετική φωνή, και είναι θαυμάσια ερμηνεύτρια. Ε, λοιπόν, μέσα σ’ αυτή την τρέλα της υπερπροβολής και της εντατικής, βαριάς, τοξικής καλλιέργειας του ίματζ της, η κοπέλα έχει καταντήσει ανθρώπινο ερείπιο, να σέρνεται από κέντρο απεξάρτησης σε ναρκο-όργιο και τούμπαλιν.

Δε λέω ότι αναπόφευκτα καταλήγεις εκεί. Έχω μια αίσθηση όμως, όπως δηλαδή πλακώνει ένα εργοστάσιο ή ένα εργοτάξιο με επενδύσεις σε μια περιοχή και πολύ γρήγορα τη μεταβάλη σε έρημη νεκρή χώρα, οικολογικά και κοινωνικά, όπως πλακώνει η βιομηχανία της διασκέδασης και μεταβάλει ολόκληρα προάστεια σε περιοχές-φαντάσματα, ιδιαίτερα αφότου ο καταναλωτής βαρεθεί τη φυσιογνωμία της περιοχής και αυτή καταρρεύσει στο χρηματιστήριο του θεάματος, έτσι και η μουσική βιομηχανία πλακώνει πάνω στους ανθρώπους, τους ξεζουμίζει μέσα σε μια κιμαδομηχανή δημιουργικότητας και μετά τους εγκαταλείπει πραγματικά ερείπια του εαυτού τους.

Ο Κέρτ Κομπέϊν, με την αυτοκτονία του, είχε πραγματοποιήσει ένα διάβημα καταγγελίας αυτής της συνθήκης. «Δεν αντέχω στον κόσμο τούτο» είπε ο άνθρωπος, κι αποχώρησε Επικούρεια. Βέβαια, όλοι εκείνοι που τον θρήνησαν και που τον έκαναν μπλουζάκι, φρόντισαν επιμελώς να αποκρύψουν ότι ο βιολογικός του θάνατος, ήταν γι’ αυτόν μια φυγή από τη μη-ζωή που είχε δημιουργήσει πάνω του και μέσα του, βιάζοντας τις ευαισθησίες το ίδιο το μουσικό κύκλωμα.

Μπορεί βέβαια και να λέω μαλακίες. Και ιδιαίτερα στην Ελλάδα, που ο καλλιτεχνικός καπιταλισμός δεν είναι τόσο ανεπτυγμένος όσο στη Δύση. Κι εδώ όμως, η δίψα του εγχώριου συστήματος για κάτι νέο, μέσα στο τέλμα που περιτρυγιρίζει τα μουσικά δρώμενα αυτής της ξεπεσμένης ευρωπαϊκής επαρχίας, είναι τόσο μεγάλη που υπάρχει κίνδυνος να αποξηράνει το Πρόσωπο του καλλιτέχνη πολύ γρήγορα.

Αγωνιώ λοιπόν, κι ανησυχώ, για μια τέτοια προοπτική. Γιατί η συνθήκη του σταριλικίου είναι σήμερα αντιανθρώπινη, και στην καλύτερη περίπτωση καταλήγει οδοστρωτήρας της έμπνευσης. Κι όποιος επιθυμεί να επιβιώσει μέσα σ’ αυτήν, θα πρέπει να συνηθίσει κάτι από τη μοναξιά και τη μόνωση του δρομέα των μεγάλων αποστάσεων.

Το δεύτερο σχόλιο, έχω να το κάνω σε σχέση με τη γλώσσα. Τους στίχους στην αγγλική. Φαντάζομαι, βέβαια, ότι θα την έχουν πρήξει την κοπέλα με ερωτήσεις για την επιλογή της. Κι εγώ που είμαι πολιτικό ζώο, το βλέπω διαφορετικά το πράγμα, και αρκετά ξύλινα, επειδή βλέπω παντού την διάσταση της πολιτιστικής αποικιοκρατίας.

Η ζώη όμως, η «πράξη» αν θέλουμε να το βάλουμε έτσι με ένα ταρατατζούμ πολιτικής ορολογίας, έχει προ πολλού αποδείξει ότι οι γραμμές της εξέλιξης των πραγμάτων δεν είναι ευθύγραμμες.

Ας βάλουμε, επομένως, λίγο νερό στο κρασί της (δικής μας) πολιτικής ορθότητας.

Κατ’ αρχήν, λοιπόν, ο αγγλικός στίχος δεν είναι πρόβλημα. Τουλάχιστο για μένα. Σκέφτομαι όμως το εξής. Ότι υπάρχει έτσι όπως ακούω τα τραγούδια ένα χάσμα μεταξύ του βάθους στη μουσική, των χρωμάτων και της υφής της, και των στίχων, των νοημάτων που κοινωνούν.

Δεν ξέρω πώς μπορώ να το εκφράσω καλά γιατί είμαι και άσχετος σε σχέση με αυτά τα θέματα. Νομίζω ότι η γλώσσα έχει μια ποιητική διάσταση. Δεν έχει να κάνει μόνο με την επικοινωνία, τη μεταφορά των νοημάτων, έχει να κάνει και με την κατασκευή τους. Η γλώσσα είναι πολιτιστικό οικοδόμημα και όχι επικοινωνιακό εργαλείο. Η γλώσσα είναι μια κιβωτός, που περικλείει μέσα της τρόπους θέασης του εαυτού, του άλλου του κόσμου.

Επαναλαμβάνω ότι δεν μπορώ να εκφράσω καλά τι εννοώ γιατί είμαι άσχετος με αυτά τα θέματα.

Δε μιλάω για την πολυπλοκότητα των στίχων, ούτε για την πολυπλοκότητα των νοημάτων που εκφράζουν. Μιλάω για την δυνατότητά τους να συγκροτήσουν και να κοινοποιήσουν έναν ολόκληρο συναισθηματικό κόσμο. Διασθάνομαι ότι υπάρχει μια πανουργία της γλώσσας σε σχέση με αυτό το ζήτημα. Ότι δηλαδή, αν είσαι από εδώ και γράψεις ένα τραγούδι με απλούς στίχους στα ελληνικά, μπορεί να είναι ένα τραγούδι πολύ βαθύ, πολύ μεστό, μια δημιουργία ολοκληρωμένη. Αντίθετα, νομίζω ότι αν προσπαθείς να εκφραστείς πέραν της οικείας γλώσσας, υπάρχει ένα χάσμα μεταξύ της έκφρασης και του α-κοινώνητου στον δημιουργό πολιτιστικό πηρύνα της γλώσσας, που δημιουργεί πάντοτε μια αίσθηση ανολοκλήρωτου και μισού. Μια συνθήκη ανοικειότητας.

Ο Σεφέρης έλεγε «μουρμουρίζοντας σπασμένες σκέψεις σε ξένες γλώσσες». Δεν το λέω για την συγκεκριμένη περίπτωση. Φαντάζεστε όμως τον Ντίλαν να τραγουδούσε στα Γερμανικά;

Όντως, το να βουτήξει κανείς μέσα στις τεράστιες δεξαμενές των νοημάτων και της έμπνευσης της οικείας κουλτούρας, είναι μια πρόκληση που μπορεί να ακούγεται ως πολύ ξένη και απόμακρη για έναν νέο άνθρωπο, που έχει συνηθίσει να ζει μέσα στη νεοελληνική, αποεδαφικοποιημένη μητρόπολη. Τι διάολο όμως; Είναι μια νέα αντισυμβατικότητα, ενάντια στην αποικιοκρατούμενη Κανονικότητα -έτσι δεν είναι; Μπορεί να οδηγήσει σε μια πολύ δημιουργική εξαλλοσύνη –ιδιαίτερα αν μιλούμε για τις εμπνευσμένες μουσικές της Μόνικας, που συνθέτουν ντόπιο και ξένο, εγχώριο και παγκόσμιο σε τόσο ικανοποιητικά επίπεδα που μπορούν από μόνες τους να σταθούν, όχι στην παγκόσμια καπιταλιστική μουσική βιομηχανία, αλλά στη δημιουργική οικουμένη των ανθρώπων.

Μπορεί όλα αυτά να είναι υπερβολές. Μπορεί να είναι και σχήματα και σκέψεις που ντε και καλά τα φόρεσα πάνω στον άλλο, προβάλοντας τη δικιά μου αγωνία πάνω του. Γι’ αυτό ας τελειώνω εδώ. Όλα τα παραπάνω δεν είναι παρά σκόρπιες σκέψεις. Που προκύπτουν από το γεγονός ότι ήρθα σε επαφή με μια νεά δημιουργία, που μου άρεσε πάρα, πάρα πολύ μετά από πολλά χρόνια.

Και δεν είναι λίγο να αρχίσεις να ξαναγαπάς νέες μουσικές, έτσι δεν είναι;

 

07
Φεβ.
11

Σκόρπια, ερασιτεχνικά σχόλια περί τέχνης και μουσικής Ι

Διάβασα, ως πάλαι φιλοθανασο-παπακωνσταντινικός την συνέντευξη που έδωσε στην Ελευθεροτυπία. Ήταν κάπως σαν να συναντιέσαι μ’ έναν παράταιρο δεσμό. Η αμηχανία μετράει το εύρος της απόστασης και η σιωπή εκλογικεύει το ασύμπτωτο που προέκυψε στο παρελθόν. Κατάλαβα επιτέλους τι με ενοχλεί στην καλλιτεχνική φυσιογνωμία αυτού του ανθρώπου. Και το κατάλαβα από τις παρεπιπτόντως δηλώσεις του –αυτές που αφορούν τις απόψεις του όχι για την έμπνευση αυτή καθ’ αυτή, αλλά για το άμεσο κοινωνικο-πολιτικό της περιβάλλον. Σταχυολογώ δύο:

«[ ] Επίθεση στο σύστημα κάνουμε όταν αναπτύσσουμε τοπικές κοινότητες αυτοδιαχείρισης (που σκέφτονται παγκόσμια), δίκτυα χαριστικότητας, δίκτυα προστασίας της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, κινήματα που θα διεκδικούν δωρεάν δημόσιες συγκοινωνίες, ποιότητα των υπηρεσιών υγείας, παιδείας, διατροφής, ποιότητα περιβάλλοντος. Ηδη έχει αρχίσει να αναπτύσσεται μια μορφή αλληλεγγύης σε ζητήματα φαινομενικά ευτελή και ανώδυνα, η οποία μεταμορφώνει τις νοοτροπίες και τις διανοίγει προς την ποιητική συνείδηση και την επινοητικότητα. Το κίνημα κατά των διοδίων, δίκτυα όπως το «Πελίτι», κινήσεις όπως ο ελεύθερος κοινωνικός χώρος «Βοτανικός κήπος» στην Πετρούπολη, χώροι όπως ο «Μικρόπολις» στη Θεσσαλονίκη, οι διάφορες καταλήψεις ανά την Ελλάδα δείχνουν τον δρόμο και με κάνουν αισιόδοξο για τη δύσκολη συνέχεια απέναντι σε ένα παγκόσμιο σύστημα λαίμαργο και αρπακτικό»

«[ ] – Τι σκέφτεσαι για το Μνημόνιο, το ΔΝΤ και τους κυβερνητικούς χειρισμούς;
Σκέφτομαι την ερώτηση του Βανεγκέμ: «Είμαστε άραγε διατεθειμένοι να προσφέρουμε τις δυνάμεις μας για να ανακουφίσουμε τη χρεοκοπία ενός κράτους που όχι μόνο δεν υπηρετεί πια τους πολίτες αλλά, ως βρικόλακας, τους ρουφά το αίμα για να ταΐσει τα πλοκάμια του παγκόσμιου τραπεζικού κήτους;» Και απαντάω με όλη μου την ψυχή: Οχι

Από πρώτης απόψεως, βέβαια, κανείς δεν μπορεί να διαφωνήσει με τα παραπάνω. Είναι αρκούντως εύστοχα, και κατά την προσωπική μου άποψη κινούνται μέσες άκρες προς την σωστή κατεύθυνση. Ταυτόχρονα, όμως, εκφράζουν ένα κενό. Ένα κενό επαφής με την πραγματικότητα. Είναι μια ψυχρή αποτίμηση αντισυστημικών διαβημάτων. Έναν κατάλογο μιας ριζοσπαστικής πολιτικής ορθότητας.

Ο Θανάσης Παπακωνσταντίνου, σκέφτομαι, μιλάει σα Σουηδός Έθνικ δημιουργός: Διατηρεί μια απόλυτη μόνωση τριγύρω του. Παίρνει αποστάσεις απόλυτες από μια χώρα που αποσυντίθεται σε κάθε της βήμα. Αγνοεί την ασφυξία, την τρομερή ασφυξία τέχνης, νοήματος, ανώτερων αξιών και υπαρξιακών αναζητήσεων στην οποία βουλιάζει σήμερα η Ελλάδα. Αποτυγχάνει να συλλάβει -πώς να το πω;- το διπλό αδιέξοδο μιας κοινωνίας εξαρτημένης από το εμπόρευμα, που αδυνατεί μέσα στην έλλειψη του τρομερού ναρκωτικού να στηριχθεί στον πρωτύτερο, αντιστασιακό της χαρακτήρα για να υπερβεί μια και καλή την τυρρανία του συνδρόμου στέρησης που τη βασανίζει. Από το λόγο του Θανάση Παπακωνσταντίνου λείπει όλη αυτή η τρομακτική, ακατάλυτη ένταση που βιώνει κανείς σήμερα στην ατμόσφαιρα αυτής της χώρας, τους σπασμούς της μπροστά στο αδιέξοδο. Αυτός ο χείμμαρος όλων των απλήρωτων και των ανοιχτών λογαριασμών του παρελθόντος και του παρόντος που έχουμε ως λαός και που σήμερα μπροστά στην επικείμενη πτώχευση (πτώχευση όχι μόνον υλική, αλλά είναι συνάμα και πτώχευση οραμάτων και ψυχής) ξεσπάει μπροστά στα μάτια μας.

Δεν μπορώ να το εκφράσω καθαρότερα. Ίσως είναι και στο μυαλό μου αυτή τη στιγμή πολύ μπερδεμένο. Αισθάνομαι πάντως, ότι απέναντι σ’ αυτή τη κρίση, δεν χρειαζόμαστε μια λογιστική των πολιτικά ορθών πρακτικών. Το αδιέξοδο, το ελληνικό αδιέξοδο, τοποθετημένο μέσα στο ευρύτερο παγκόσμιο έχει σώμα και ψυχή. Έχει ένα ιδιαίτερο λεξιλόγιο, το οποίο ας πούμε το πιάνει πολύ καλύτερα σήμερα ο Μίκης Θεοδωράκης, παρά την ηλικία του, και τους σχεδόν απόλυτους περιορισμούς που του θέτει παρά καλλιτέχνες όπως ο Θ. Παπακωνσταντίνου.

Το πρόβλημα δεν είναι πολιτικό ή δεν είναι πολιτικό με τη στενή έννοια του όρου. Έχει να κάνει μάλλον με το ότι αν δεν κοινωνήσεις το σώμα και την ψυχή του ελληνικού αδιεξόδου, δεν θα μπορέσει να συγκινήσεις και να συγκινηθείς. Χάνεις τον ήχο και το υλικό μιας εποχής. Το ζόρι της και τον καϋμό της. Γι’ αυτό ίσως, στ’ αυτιά μου, τα τελευταία χρόνια οι δημιουργικές απόπειρες του Θ.Τ. είχαν τον τελευταίο καιρό μια ερμητικότητα. Μια εσωστρέφεια.

Στην ίδια συνέντευξη, ο Θ.Τ. μιλάει για τον «ελάχιστο εαυτό». Ίσως, το ελάχιστο του εαυτού να αντικατοπτρίζει αυτή τη μόνωση. Ο ίδιος βέβαια δεν θα το βλέπει έτσι -μάλλον το αντίθετο, αφού γι’ αυτόν «ο «ελάχιστος» εαυτός, [που] δημιουργείται κάθε στιγμή από την αλληλεπίδρασή μας με το περιβάλλον». Εγώ πάντως, σκέφτομαι το αντίθετο. Ότι ο ελάχιστος εαυτός είναι αυτός που προκύπτει από μια ενδοσκόπηση δίχως τη λυτρωτική σύνδεση με το συγκεκριμένο, άμεσο περιβάλλον.

Υ.Γ. Παρ όλα αυτά, παραμένω πάντα ερασιτέχνης ακροατής –και ακόμα πιο άτσαλος ερασιτέχνης αναγνώστης και κριτής συνεντεύξεων περί της τέχνης και της μουσικής.

Υ.Γ.2 Ωστόσο, αυτό που μου άρεσε στη συνέντευξη, ήταν ότι ο Θ.Τ. είναι αφοπλιστικά ειλικρινής. Για τα περαιτέρω, μπορεί κανείς να ανατρέξει εδώ

 

18
Δεκ.
10

Ἕνας τύπος Σαλονικιοὺ ποὺ δὲν ὑπάρχει πιά.

Δίπλα, σε κάποια απόσταση, η μοτοσικλέτα

έγειρε το τρομερό θεριό, βογγάει, θαρρείς για σένα
με τα γκάζια κολλημένα κι ήχο φοβερό
μα εσύ μόλις που τ’ ακούς, κι ήρεμα κοιτάς τον ουρανό.

Με φτερά στα πόδια και ελευθερία με τα κυβικά
κοίτα το τζιτζί μου πώς τραβάει, κοίτα το θαρρείς πετάει
τώρα όλη η ζωή σου ένα φιλμ τρελό
οι εικόνες κι οι φωνές, Θεέ μου, δεν μπορώ να κουνηθώ.

Το κορίτσι που χαμογελά καθώς απομακρύνεσαι
πάνω σου σκυμμένο ψιθυρίζει «κράτα, μην αφήνεσαι»
το παιδί στο βενζινάδικο σου ‘δωσε μια ευχή
δεν μπορεί να πάει χαράμι, δεν μπορεί, θα βγει αληθινή.

Στὸ μπαμπὰ μου

 

Μεγάλωσα μέσα σ᾽ ἕνα συνεργείο, μὲ τὴ μυρωδιὰ τὴς βενζίνης καὶ τοῦ καμμένου λαδιοῦ στὴ μύτη. Μεγάλωσα θωρώντας ἀπὸ τὸ ὕψος τοῦ μπόμπιρα δερμάτινα μπουφάν, τζὴν καὶ κόκκινα φουλάρια. Ἀποκοιμήθηκα ἐκατοντάδες φορὲς ἀνάμεσα σὲ μεγάλες παρέες, Σεπτέμβρη, στὸ θέατρο δάσους, ἐκεῖ στὴν πλαγιά, μὲ τους ἤχους τοῦ Παπάζογλου καὶ τῶν Χειμερινῶν Κολυμβητῶν νὰ μὲ νανουρίζουν.

Ὅλα τοῦτα, τὰ θυμάμαι μὲ τὸν τρόπο ποὺ θυμούνται οἱ μικροί, ὄχι ἀκριβῶς, μὰ στὸ περίπου, ἔτσι ὅπως θαμπὰ καὶ ἀστιγματικά ἐντυπώνονται οἱ μνήμες τῆς παιδικὴς ἡλικίας στὸ μυαλὸ μας.

Ἧταν τότε, μιὰ καλή ἐποχὴ γιὰ τὴ Θεσσαλονίκη, ἡ ὀποία ἐξελισσόταν λίγο πριν ἡ πόλη καταντήσει παρασιτικὴ φραπεδούπολη, ὅταν ἀκόμα συγκρατούσε αὐτὸν τὸν χαρακτήρα τῆς φτωχομάνας καὶ ταυτόχρονα ἧταν ἀνοιχτὴ σὲ πολιτιστικοῦς καὶ πνευματικοῦς πειραματισμοῦς, ἴσως τοὺς τελευταίους τῆς Ἑλλάδας, δίχως νὰ χάνει τὴν ταυτότητά της.

Ἕνα ἀπὸ τὰ πράγματα ποὺ μοὺ ἔχει ἐντυπωθεῖ ἀπὸ αὐτὴ τὴν ἐποχὴ, ἀνεξάρτητα ἀπὸ τὸ ἐὰν εἶναι μιὰ εἰκόνα λίγο ἐξωραϊσμένη στὴ λεπτομέρειά της, εἶναι ἕνας τύπος ἀνθρώπου, σὰν αὐτὸν ποὺ περιγράφει ὁ Νίκος ὁ Παπάζογλου στὴν «Εὐχή» του. Δηλαδὴ ἕνας τύπος Θεσσαλονικέα ποὺ ἀπέπνεε τόσο αὐτὴν τὴν αἴσθηση τῆς περιπλάνησης, ποὺ σὲ κάποιον βαθμὸ εἶχε μιὰ σχέση καβαφικὴ μὲ τὴ μοτοσυκλέτα του, καὶ ποὺ ταυτόχρονα διατηρούσε ἄρτια τὴν ἐντοπιότητά του  –μὲ τὸν ἵδιο τρόπο ποὺ ὁ Παπάζογλου συνθέτει τὸ ρὸκ μ᾽ ἕναν λαϊκότροπο  δρόμο γιὰ νὰ μιλήσει γιὰ τὸ «τζιτζὶ» του (καὶ ἐδῶ, ἀκόμα καὶ ἡ ἴδια ἡ λέξη ἔχει σημασία). Στὸ ἵδιο μήκος κύματος, δὲ, αὐτὸς ὁ τύπος ἀνθρώπου ἧταν φορέας μιὰς κουλτούρας τοῦ αὐτεξούσιου, χωρὶς ὅμως νὰ καταλήγει σ᾽ αὐτὸν τὸν ἀποκρουστικὸ ἀντιεξουσιασμὸ τῶν ὑπερκαταναλωτικῶν καὶ ἄκρως παρασιτικῶν μεσοστρωμάτων ποὺ κυριάρχησε μετέπειτα στὴν πόλη πάνω στὴ βάση τῆς φραπεδοποίησής καὶ τῆς παρακμῆς της.

Τούτος ὁ τύπος ἀνθρώπου δὲν ἧταν τέλειος. Χωρὶς νὰ ἀποφεύγει ἡ νὰ νικάει τὶς ἀντιφάσεις καὶ τὶς ἀρνητικὲς τοὺ πλευρές, ἧταν ὅμως ἀκέραιος, στεκόταν δηλαδὴ ἑνάντια στὴν ὑβρι τοῦ νεοέλληνα παρασίτου. Ἧταν ἕνας οργισμένος Βαλκάνιος δηλαδὴ, μόνο ποὺ ἐνσάρκωνε τέλεια τὴν βαλκανικὴ κὶ ἑλληνικὴ, σαλωνικιώτικη ταυτότητά του, ἀπέχοντας ἔτσι μίλια μακριὰ ἀπὸ τὴν ἐξαμερικανισμένη καὶ γι᾽ αὐτὸ ἐντελῶς κοινωνικὰ ἀνύπαρκτη, καὶ ἄκρως στυλιζαρισμένη ἐκδοχὴ τοῦ Νικολαΐδη.

Δὲν ὑποστηρίζω ὅτι αὐτὸς ὁ τύπος ἀνθρώπου δὲν εἶχε ἀδιέξοδα. Ἀπόδειξη γιὰ τὸ ἀντίθετο εἶναι ὅτι ἀρκετοὶ πρώην τέτοιοι τύποι ἔχουν καταντήσει θλιβεροὶ ρωξάκηδες ἐπιχειρηματίες-ὀπαδοὶ τοῦ Μπουτάρη καὶ λάτρεις μιας εὐζωίας τῶν καλῶν κρασιῶν καὶ τῶν βιολογικῶν προϊόντων ποὺ στὴ βάση τῆς ἔχει τὴν ἐγωκρατία καὶ τὸν σταρχιδισμὸ στὴ χημικὰ καθαρὴ τους μορφὴ.

Λέω ὅμως, ὅτι ὁ τύπος Θεσσαλονικιού ποὺ μισοὑπήρξε μιὰ ἐποχὴ καὶ ποὺ περιγράφεται σ᾽ αὐτὸ τὸ τόσο σαλονικιώτικο τραγούδι τοῦ Παπάζογλου λείπει σήμερα ἀπὸ τὴν πόλη, ἔχει καταπλακωθεῖ μαζί μὲ τὰ ἄλλα ἀπομεινάρια τῆς περασμένης ἐποχῆς, ἀπὸ τὰ Κόσμος Μεντιτεράνεαν, τὰ φράγκα, καὶ τὶς γκουρμὲ εὐαισθησίες τῆς κοσμογυρισμένης, φιλελεύθερης κλίκας τῶν ἀφεντικῶν ποὺ κάνουν σήμερα κουμάντο στὴν πόλη.

Αὐτὸς εἶναι ὁ λόγος μάλλον, κάτι συνειρμικὲς τοῦ τραγουδιοῦ παιδικὲς ἀναμνήσεις ποὺ ἔρχονται νὰ ἀπαντήσουν σὲ τωρινὰ κενὰ τὴς σαλονικιώτικης καθημερινότητας, ποὺ δυναμώνω τὴ φωνὴ τέρμα κάθε ποὺ τὸ κομπιούτερ παίζει  τὴν «Εὐχὴ» τοῦ Παπάζογλου…

15
Ιολ.
10

Φεύγουμε (τρέχοντας)

Ούφ! Πάει κι αυτό. Μια ανηφόρα αθηναΐκου τύπου, με τις μαλακίες αυτής εδώ της κωλοπόλης να σου βάζουν τρικλοποδίες σε κάθε σου βήμα.

Κατά τα άλλα, στο μυαλό κλωθωγυρνά η ανάγκη για μια ριζική αλλαγή.

27
Απρ.
10

«Κουλτουριαραίοι»

02
Μαρ.
10

Όπλο μας η ένδειά μας

Τι κι αν το μέλλον προδιαγράφεται ζοφερό, για κάποιον που μόλις κλείνει την τρίτη δεκαετία της ζωής του; Προσωπικά, περισσότερη αγωνία έχω για το εάν θα μπορέσω να δω στους καθαρούς ορίζοντες πέρα από το άγος της «επαγγελματικής αποκατάστασης», της «καριέρας» και της «καταναλωτικής δυνατότητες», παρά να εμπλακώ σ’ αυτές τις ανθρωποβόρες διαδικασίες.

Η αλήθεια είναι ότι κουτσά-στραβά θα τα καταφέρουμε, χύνοντας τον ίδιον ιδρώτα που έχυσαν οι πατεράδες και οι παππούδες μας, μοχθώντας για να ανεβούν τα σκαλοπάτια του βίου. Ξέρω, ο μόχθος είναι ντεμοντέ στην κοινωνία των γυαλιστερών μπαρ. Και γι’ αυτό λοιδορείται συστηματικά από τους επαναστάτες με το περιποιημένο μουσάκι και τα σινιέ ρουχαλάκια, αυτή την ιδιόμορφη ολοκληρωτική πολιτική πτέρυγα του ελληνικού μικροαστισμού.

Χθές, πάντως, σ’ έναν από τους ελάχιστους χώρους στην πόλη, όπου το μεράκι του ανθρώπου που τον έφτιαξε έχει κατανικήσει όλες τις αρρώστιες του χρήματος, μιλούσαμε με φίλους.

Και λέγαμε πώς είναι πιο καιρός να δούμε την κρίση ως αφορμή. Την νέα μας, επικείμενη ένδεια ως μια ευκαιρία να δώσουμε μεγαλύτερη έμφαση στις σχέσεις και όχι στις χρήσεις. Στους συντρόφους μας, τους φίλους μας και την οικογένειά μας.

Θ’ ανοίξουμε τα πανιά μας, και θα ανακαλύψουμε και πάλι τις πανάρχαιες πρακτικές της κοινοκτημοσύνης. Την συλλογική εργασία στα περιβόλια που θα κάνουμε σε ταράτσες, πρασιές και αυλές, την ανταποδοτικότητα, τις «αγάπες» –να τρώμε όλοι μαζί μην μας πλακώσει η απελπισία. Θα ξεκινήσουμε και πάλι να ανταλλάζουμε τα ρούχα μας, να μοιραζόμαστε τα ποδήλατά μας, τα λιγοστά οχήματα και θα πηγαίνουμε και πάλι με το λεωφορείο όλοι μαζί ή με τα πόδια εκδρομή στο δάσος. Και θα μαζευόμαστε στα σπίτια ή τις πλατείες, και στα στέκια μας, μακριά από τα εργοστάσια παραγωγής της διασκέδασης που κυριαρχούν στις νύχτες μας.

Με όπλο την ένδειά μας θα δώσουμε την αποφασιστική μάχη για την αξιοπρέπεια που ανταλλάξαμε για μία πιστωτική κάρτα.

Κι αν πέσουμε, θα πέσουμε όρθιοι, χλευάζοντας όσους μας καλούν να ζούμε σκυφτοί, διαφόρων αποχρώσεων και ιδεολογιών υπάλληλοι της πουστιάς, της ανηθικότητας, του εγωϊσμού, της βίας, της κυριαρχίας και του εξουσιαστικού τσαμπουκά που εκπέμπει το καπιταλιστικό φαντασιακό.

Ας φτιάξουμε λοιπόν τις δικές μας σχεδίες, για να πορευτούμε μέσα στις φουρτούνες που έρχονται

23
Φεβ.
10

Μουσικούλα & Τσαγάκι

Στα κανάλια των οχτώ περιφέρουν ένα πτώμα

Σχολιάζοντας τις κατακλύσεις του

Φαιδροί, γελοίοι στα κοστούμια σας

Νομίζατε ότι θα διδάσκατε στο κοινό ανατομία

Κι όμως είστε εσείς που ξαπλώνετε στο κρύο τραπέζι

Είστε εσείς το πτώμα

Τελειώσατε

15
Ιαν.
10

Λαϊκή Αυτονομία

Τέχνη είναι η συμβολική αναπαράσταση του Κόσμου. Κόσμος με «Κ» κεφαλαίο, που σημαίνει το όλον –φύση, σχέση, εαυτός.

Τέχνη είναι ένας τρόπος να διατρέξει συμβολικά ο άνθρωπος ελέυθερος τον Κόσμο –και μπορεί μόνον συμβολικά διότι στην πραγματικότητα,  ο Κόσμος τον ξεπερνά και τον περιέχει.

Η Τέχνη, δηλαδή, είναι άσκηση, ανάσα ελευθερίας.

Η λαϊκή τέχνη, ήταν, είναι, ένα διάβημα των απλών ανθρώπων να κατακτήσουν και ν’ αποκτήσουν την δικηά τους πρόσληψη του Κόσμου. Μια λαϊκή ανάσα ελευθερίας. Ένα αίτημα αυτονομίας.

Το Θέαμα έχει διαστρέψει τη λαϊκή τέχνη σε πόπ. Η ποπ θρυμματίζει την ενότητα της λαϊκής τέχνης, διαχωρίζοντας τον δημιουργό από τον θεατή/ακροατή. Ο πρώτος αποξενώνεται από τον δεύτερο, ο δεύτερος αποστερείται από τα αισθητήρια και τα μέσα του πρώτου.

Η δημιουργία μαζικοποιείται, γίνεται προϊόν, και ο δημιουργός παραγωγός. Ο δε θεατής καταναλωτής. Στο τέλος του δρόμου, ο πρώτος χτυπάει το ντέφι κι ο δεύτερος λικνίζεται σαν τις δύστυχες αρκούδες της εποχής των παππούδων μας.

Το Θέαμα είναι το κλουβί μας, η ‘πόπ’ οι αλυσίδες μας κι η Μπέλλου, η κάθε Μπέλλου, μια αρχαία φωνή που μας υπαγορεύει το σχέδιο της απόδρασης.




Ιανουαρίου 2023
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
 1
2345678
9101112131415
16171819202122
23242526272829
3031