21
Αυγ.
11

Κάτω τα χέρια απ’ τις νύχτες μας (κονσέρβα με συντηρητικά)

Επειδή ο σαμζεροζούμ γρινιάζει αυγουστιάτικα για κείμενα που δήθεν χαθήκανε, αναδημοσιεύω δαμαί το κείμενο για τα μπάρ, έτσι όπως το βρήκα από την cache (ψαψε) του γούγλ.

===================================================

Στ’ «ανίψια»,

στον greg, που άνοιξε τον χορό των προσωπικών σημειωμάτων

 

Με την Τ. τα είχαμε κάποτε. Περιπετειωδώς! Η σχέση μας πήγαινε σαν τους σύντομους κύκλους της οικονομικής ανόδου και ύφεσης. Μόνο που κάθε φορά, στο κοίλον της κάθε φάσης, μεσολαβούσε ένα κραχ του 1929- δηλαδή γινόμασταν δαντέλες. Ε, κάποια στιγμή, οι όροι της κρίσης δεν επέτρεψαν κάποιο New Deal. Ο Κέυνς εξ’ άλλου το είχε πει: Μακροπρόθεσμα είμαστε όλοι νεκροί! Το ίδιο και αυτή η σχέση. Οπότε, πάψαμε να μιλάμε. Εντελώς!

 

Τέλοσπαντων. Ο καιρός έχει περάσει. Ο πραγματικός χρόνος είναι, σχετικά, λίγος, αλλά ο προσωπικός, πολύς. Νοιώθω αυτό που κάποτε είχε τραγουδήσει ο Ντύλαν: Πολύ νεώτερος απ’ ό,τι τότε. (My back Pages).

 

Είναι κι αυτό ένα εύκολο, «ζωτικό ψεύδος» για να προσπεράσω στα γρήγορα τις μαλακίες που έχω κάνει, αλλά και τις μαλακίες που μου ‘χουνε κάνει. Επειδή όμως δεν ανήκω στην φυλή των Καρεκλοκένταυρων «Ρεπού-ση», θεωρώ ότι «ζωτικά ψεύδη» ενίοτε αποδεικνύονται χρήσιμα στις προσωπικές υπερβάσεις.

 

Εν πάσει περιπτώσει, οι υπερβάσεις γίνονται (και) δια της συνθέσεως. Και στη σούμα που έγινε, κάπου μου ξεφύγανε μερικά δράμια ενοχών. Κι επειδή ανήκω σ’ εκείνους που πιστεύουν ότι οι ενοχές είναι χρήσιμο συναίσθημα, προκειμένου να εξισορροπήσει ο αναπόφευκτος –για την γενιά μου– ναρκισσισμός, φροντίζω να μην τις αγνοώ.

 

Γι’ αυτόν τον λόγο, που-και-που, περνάω από το μπαράκι που δουλεύει, να πω ένα γεια. Και μόνο ένα γεια. Γιατί όλα τα υπόλοιπα έχουν λεχθεί.

 

Πήγα και προψές. Ήμουνα για λίγο στην Θεσσαλονίκη. Με κάτι κα-τα-πλη-κτι-κούς φίλους, με τους οποίους στήσαμε μαζί στο στέκι μία έκθεση ζωγραφικής. Όταν τελείωσαν όλες οι δουλειές, αργά το βράδυ, πέρασα από εκεί με τ’ «ανίψια».

 

Το μπαράκι δεν είναι τίποτε το ιδιαίτερο. Έχει δυνατή μουσική και ψιλό-τσιμπημένα ποτά. Για κάποιον αδιευκρίνιστο- σ’ έμένα- λόγο έχει κατοχυρωθεί ως το κατ’ εξοχήν πέρασμα των «εναλλακτικών», φρικιών «ντε-και-καλά-διαφορετικών» νεολαίων της πόλης.

 

Καθήσαμε, παραγγείλαμε, μας έφεραν τα ποτά. Πληρώσαμε, μας πιάσανε τον κώλο, και ήπιαμε από μία γουλιά.

 

Πολλές φορές η υπερβολική κούραση, σε φέρνει ενώπιον μίας τρομακτικής διαύγειας. Είναι σαν, μαζί με τον βιολογικό και τον ψυχολογικό σου εαυτό να έχουν εξαντληθεί και οι ορίζοντες του
τετριμμένου, έτσι ώστε σαφώς να διακρίνεις πέρα από αυτούς.
Κι εγώ, 42 ώρες άυπνος, χαμένος κάπου μεταξύ μίας εφημερίδας, ενός περιοδικού, ενός φοιτητικού φυλλαδίου, μιας εκδήλωσης, μιας έκθεσης ζωγραφικής και μίας διπλωματικής είχα μπόλικη τέτοια.
Έτσι, βρέθηκα να παρακολουθώ τριγύρω, όσους περνούσαν, όσους στέκονταν σίγουροι για τον για τον εαυτό τους, με το ποτό στο χέρι και με κάτι-σαν-χαμόγελο-επιτυχίας φορεμένο στο στόμα, κι όσους χόρευαν στους ρυθμούς κάτι σκρατσό-λουπαρισμένων λατινό-νταμπαντούμπα.

 

Ξαφνικά μου φάνηκαν σαν ακίνητοι, καρφωμένοι, στο ίδιο σημείο, κάθε Σάββατο, να συστήνουν το ίδιο ντεκόρ: αυτό μιας ανέμελης νεολαίας που διασκεδάζει κάθε φορά σαν να είναι η τελευταία, μ’ αυτήν την ιδιαίτερη αίσθηση του εφήμερου που χαρακτηρίζει την γενιά μου.

 

Γνωρίζω από πού έλκει ιδεολογικά την καταγωγή του αυτό το πρότυπο: Im girum imus nocte et consumimur igni (Κάνουμε κύκλους μέσα στην νύχτα και η φωτιά της μας καταβροχθίζει) έλεγε κάποτε ο Ντεμπόρ. Αρνούμαστε κατηγορηματικά τους ρόλους, τις σχέσεις και τα πρότυπα που κυριαρχούν στα πλαίσια της (τότε) μοντέρνας κοινωνίας, αμφισβητούμε τον πειθήνιο εργαζόμενο-προτεσταντικής ηθικής-αποταμιευτή, τον ήσυχο δημοκράτη νοικοκυραίο της διπλανής πόρτας. Ξεχυνόμαστε πέραν των χώρων της κυριαρχίας τους –δηλαδή στην νύχτα, όταν οι μηχανές, τα γρανάζια και οι χειριστές τους κοιμούνται– να ζήσουμε έντονα, καταιγιστικά, εδώ και τώρα, οργανώνοντας τις ζωές μας –πέραν οποιασδήποτε αναγκαιότητας– με βάση την αρχή της απόλαυσης: Αφήνουμε την φωτιά της να μας καταβροχθίσει.

 

Πήρα τα πράγματα από την αρχή. Άρχισα πάλι να παρακολουθώ τους γύρω μου, το μαγαζί. Όχι, κανείς δεν διέγραφε καμία κίνηση. Κανείς δεν διέγραφε κανέναν κύκλο μέσα στην νύχτα. Όλοι καθόντουσταν εκεί, στο μπαρ, «περνούσαν καλά» μέχρι να ξημερώσει.

 

Οι δρόμοι ήταν άδειοι. Το ίδιο και οι πλατείες, τα πάρκα, και πάει λέγοντας. Που και που, μόνο, έβλεπες μερικούς περαστικούς, οι οποίοι με βιάστηκα ή με αργά, ασταθή, μεθυσμένα βήματα έψαχναν το νήμα της συνέχειας. Ένα μπαρ, κι ύστερα άλλο, κι άλλο, κι άλλο.

 

Ναι λοιπόν, το κέντρο, ο άρχοντας αυτής της «ανέμελης διασκέδασης» ήταν το μπαρ. Είναι το μπαρ.

 

Κι όσο οι ζωές μας οργανώνονται βάσει αυτής της υποτιθέμενης «αρχής της απόλαυσης» κι άρα επίκεντρο της ζωής μας είναι η «ανέμελη διασκέδαση», άλλο τόσο κεντρικότερη σημασία έχει σ’ αυτήν το
μπαρ.

 

Διαμεσολαβεί, δηλαδή, στα πάντα. Εκεί γνωρίζεις φίλους, γνωστούς, το ταίρι σου. Εκεί διασκεδάζεις, εκεί συζητάς πολιτικά. Εκεί ξεδιπλώνεις τον καλύτερο και τον χειρότερο εαυτό σου, εκεί γίνεσαι εσύ.
Είπαμε, η κούραση σε βοηθάει καμιά φορά να υπερβείς το τετριμμένο, όχι να το καταργήσεις. Γι’ αυτό αίφνης κατέφυγα στην βολική, τσιτατολαγνεία:

 

Ο βασιλιάς-εμπόρευμα, μέσω της βιομηχανίας της διασκέδασης, καταδυναστεύει τον ελεύθερό μας χρόνο αποικιοποιώντας τις νύχτες μας και ό,τι αυτές συνεπάγονται.

 

Άρχισα να σκέφτομαι πιο διεξοδικά το ζήτημα. Πάνω σε χαρακτηριστικά των μπαρ, της νύχτας, της διασκέδασης:

 

Κι επειδή ήμουν και πρόσφατο θύμα, σκέφτηκα πρώτα την τιμή του ποτού.

 

Τι πληρώνουμε ρε πούστη για να «συνωστιστούμε» ‘δω χάμου…μιλάμε είμαστε πολύ μαλάκες. Λες και δεν έχουμε κασσετόφωνο, λες και δεν μποορύμε να ‘πάμε να ψωνίσουμε κανένα ποτό και να την
πέσουμε σε κανένα πάρκο…

 

Τι πληρώνουμε άραγε;

 

Πολλές φορές διαμαρτύρονται από τα κανάλια για το «όργιο της κερδοσκοπίας στην νύχτα». Κλασσικό ζήτημα. Ένα ποτό ή ένας καφές φαίνεται να πωλείται 200% ή 300% πάνω από το πραγματικό του κόστος.
Οι ιδιοκτήτες επικαλούνται εν είδει αντιλόγου τα λειτουργικά έξοδα. Οι πιο έξυπνοι, υπολογίζουν και ανταπαντούν: μένει τουλάχιστον 150% σπέκουλας.

 

Έχουν δίκιο κι άδικο, σκέφτηκα.

 

Άδικο, γιατί δεν ξέρουν να υπολογίζουν τις αξίες στα πλαίσια του τούρμπο-καπιταλισμού που ζούμε. Στα 7 ευρώ το ποτό δεν πληρώνεις μόνο το ποτό ή το νοίκι, ή τους εργαζόμενους
του μαγαζιού. Πληρώνεις και μια σειρά «άυλων» αγαθών, «υπηρεσιών», που προσφέρει το μπαρ: δηλαδή την κοινωνικότητα, το φλερτ, την εξομολόγηση, τον χώρο και το «ξέδωμα» όλα όσα θα νοιώσεις και θα βιώσεις μέσα εκεί.

 

Δίκιο, γιατί πέφτουν μέσα όταν μιλάνε για ληστεία. Μόνο που συμβαίνει κάτι πολύ μεγαλύτερο από αυτό που την εννοούν. Γιατί το ζήτημα δεν είναι μόνο οικονομικό. Όπως είδαμε, πληρώνεις για όσα θα ζήσεις, ή για την φιλοδοξία να τα ζήσεις. Εξαγοράζεις την νύχτα σου από τους μηχανισμούς αυτής της βιομηχανίας, που σου την αφαίρεσαν.

 

Η ληστεία, δηλαδή, αφορά στην αρπαγή των συναισθημάτων, της κοινωνικότητας– ίσως ακόμα και του έρωτα– από την βιομηχανία της διασκέδασης και όχι μόνο στα 3,4 ή 5 ψωροευρώ («ψωρό», με την έννοια ότι μας κλέβουν κάτι πολύ ευρύτερο). Αυτό πληρώνουμε, πλέον, στα μπαράκια. Στην τιμή του ποτού εξαγοράζουμε μία τζούρα από την ζωή που μας έχουν κλέψει.

 

Δυσφορία.

 

Γύρισα και είδα έναν γνωστό, ντι-τζέι, σε άλλο μπαρ, που περνούσε εκείνη την ώρα. Καλό παιδί, ψιλό «φίρμα» στους χώρους μας ως ντί-τζέι, δίχως όμως να το παίρνει και πολύ στα σοβαρά. Χαιρέτησε κι
έφυγε…

 

Σκέφτηκα αυτόν. Και τον κάθε «αυτόν». Ότι είναι «φίρμα». Και το γιατί.

 

Σκέφτηκα το πώς στην καθημερινότητά μας μετράει πλέον το μπαρ, όχι μόνο ως τον συγκεκριμένο χώρο, αλλά ως γενικό μέτρο, ως γενικό κριτήριο, ως γενική αξία. Πόσες φορές στις παρέες μας δεν το έχουμε αντιμετωπίσει; Στους μικρούς μας κύκλους; «Ο τάδε (ή η δείνα) είναι γνωστός (γνωστή) (και μπορεί και διάσημος/η) γιατί δουλεύει στο πάντιο μπάρ».

 

Πως δουλεύει; Τι παίρνει; Σχεδόν τίποτε. Ασφαλίζεται; Όχι. Πότε σχολάει; Παρασκευή και Σάββατο; Γάμησέ τα, γύρω στις 6.

 

Και τότε γιατί του αρέσει; Γιατί ακριβώς γίνεται γνωστός μέσα από εκεί. Και διευρύνει εκθετικά τον κύκλο των γνωριμιών του, και μάλιστα διατηρώντας μια προνομιακή σχέση, αυτού που είναι «μέσα στα κόλπα».

 

Γιατί η βιομηχανία της διασκέδασης παράγει και διακινεί τα δικά της μικρό-κοινωνικά στάτους. Και είναι απαραίτητα «αντισταθμιστικά» προκειμένου αυτός ο «τάδε» ή η «δείνα» να συμφιλιωθεί–βεβαίως, βεβαίως– με τις άθλιες, καράμαυρες εργασιακές συνθήκες που επικρατούν. Γιατί σιγά μην άντεχε κανείς, με τους ίδιους όρους και τις ίδιες ώρες, ν’ αντέξει τον εαυτό του δουλεύοντας –λογουχάρη– σ’ ένα βυρσοδεψείο…
…Μαζί με την αρπαγή, δηλαδή, δώρο κι ένα παραμύθι

 

Αηδία

 

Γύρισα και κοίταξα «τ’ ανίψια» μ’ ένα βλέμμα βουτηγμένο στην ξινίλα– σκέτη ρέγγα παστή. Εκείνοι μου ανταπέδωσαν το βαριεστημένο βλέμμα του Χάνου: «Θείο, μέσα στα κέφια
είσαι·
σε λίγο θα μας φέρουνε τα κόλλυβα σε σφηνάκι».

 

Ελήφθη το μήνυμα. Πάμε για ύπνο.
Γύρισα και κοίταξα αυτήν την συγκεκαλυμμένη κατάπτωση που μας περιστοιχίζει. Είδα μέσα μου και βρήκα τον καθρέφτη της.

Έφυγα, με ανάμεικτα συναισθήματα χαράς και λύπης:

Θλιμμένος για την ύπαρξη της αόρατης μεγαμηχανής που μας περικυκλώνει, πετσοκόβοντας κομμάτι-κομμάτι τις ζωές μας.

Χαρούμενος γιατί βρήκα έναν ακόμη πραγματικό εχθρό, να συμπληρώσω το πάζλ μου με τους ανεμόμυλους.

Υστερόγραφο: Θα ‘ρθει κάποτε ο καιρός, που θα ξανακάνουμε κύκλους μέσα στην νύχτα, με την φωτιά της­­- κι όχι τα ψυχρά φώτα του νέον- να μας καταβροχθίζει. Και τότε, οι χώροι αυτοί θα χάσκουν εγκαταλελειμμένοι, κενοί κι ερειπωμένοι, σαν ναοί μιας περασμένης, παράταιρης θρησκείας.

23 Μαΐου 2007

Advertisements

3 Responses to “Κάτω τα χέρια απ’ τις νύχτες μας (κονσέρβα με συντηρητικά)”


  1. Αύγουστος 21, 2011 στο 12:19 μμ

    Key study για την διδασκαλία του κόστους των εναλλακτικών χρήσεων….

    Αλήθεια, 4 χρόνια μετά αντιμετωπίζεις τα πράγματα με τον ίδιο λυρικό επαναστατικό ενθουσιασμό; Δεν είναι ερώτηση μπηχτή αλλά ουσιαστική. Πόσο έχουν αλλάξει τα πράγματα από τότε;

    Για μένα πολύ! Πρός το επαναστατικότερο βέβαια 🙂 Σε σχέση με το είδος της αντίδρασης στο σύστημα.

  2. 2 dumptyhumpty
    Αύγουστος 22, 2011 στο 5:34 μμ

    Ναι, greg, κι εγώ νομίζω ότι τώρα έχουν μεταβληθεί προς το ριζοσπαστικότερο τα πράγματα. Με τίμημα, βέβαια, την καταστροφή μιας ολόκληρης χώρας! Γιατί η κρίση που βιώνουμε σήμερα δεν είναι κρίση ανάπτυξης (δηλαδή ότι η κοινωνία εξελίσσεται και δεν την χωρούν τα παλιά της ρούχα, όπως ίσως σχηματικά συνέβαινε το ’60), αλλά μια κρίση αποσύνθεσης, όπου το ερώτημα τίθεται που τίθεται είναι αντίσταση ή εξαφάνιση.

    Ωστόσο, ναι, κι εγώ πιστεύω ότι τούτα ήταν χαμένα χρόνια. Εκεί 2005, 2006, 2007 μπρρρρρρ πίσσα και σκοτάδι.

  3. 3 δελφινάκι
    Αύγουστος 30, 2011 στο 8:11 μμ

    H κατάσταση που περιγράφεις μου .θυμίζει τα ίδια καιι τα απαράλλαχτα που συνέβαιναν στα μπαράκια όπισθεν του Αμερικανικού Προξενείου της Θεσσαλονίκης εδώ και τριάντα τουλάχιστον χρόνια. Στο βασίλειο της μαλακίας, ο χρόνος σταματά!

    Παρόμοια περιγράφει και ο Γ.Κ. , αναφερόμενος στη «Σελήνη» , στο «Μέγιστρο και το Ελάχιστο»…


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Αύγουστος 2011
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
« Μάι.    
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Αρέσει σε %d bloggers: