06
Μαρ.
10

Η Θεσσαλονίκη ως θεματικό πάρκο διασκέδασης

Η Σαλονίκη είναι φραπεδούπολη. Φραπεδούπολη όνομα και πράμα. Με πειράζει που το λέω αυτό για την πόλη μου –αλλά έτσι είναι. Και πρόκειται ένα χαρακτηριστικό που είναι βαθιά δεμένο με τον σημερινό χαρακτήρα της πόλης, μια πολύ βαθιά τομή στην ιστορία της.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς, οι οικονομία της πόλης συντηρείται σχεδόν αποκλειστικά από τον χώρο της διασκέδασης. Κάποιος κακεντρεχής θα έλεγε ότι σήμερα η Θεσσαλονίκη είναι το κωλάδικο των Βαλκανίων… Αλλά η αλήθεια είναι ότι το ψυχαγωγικό σούπερ-μάρκετ της πόλης διαθέτει προϊόντα για όλων των ειδών τα γούστα, λαϊκά, κυριλέ ή εναλλακτικά.

Η ουσία δεν βρίσκεται εδώ. Έχει να κάνει με το ότι η βιομηχανία της διασκέδασης αποτελεί τον βασικό κινητήρα της οικονομικής της ανάπτυξης. Εκεί αβγαταίνουν τα πολλά λεφτά, και από την οικοδομή, για να πάνε μετά στις αντιπροσωπείες αυτοκινήτου, στα Πλαίσια, και τα άλλα μαγαζιά της λιανικής της πόλης.

Η βιομηχανία της διασκέδασης αποτελεί ένα ιδιότυπο κοινωνικό εργοστάσιο. Κοινωνικό Εργοστάσιο με την έννοια ότι παράγει ένα πολύ ιδιαίτερο άυλο προϊόν, έναν δημόσιο πεδίο ξεδίπλωσης της κοινωνικότητας, της φιλίας και του έρωτα, του οποίου η πρόσβαση όμως είναι ιδιωτική. Δηλαδή, το ποτό -ας πούμε- κοστίζει έξι με οκτώ ευρώ, όχι γιατί τόσο τιμολογείται βάσει του κόστους συν ένα θεμιτό ή αθέμιτο κέρδος. Κοστίζει τόσο, διότι αυτό που πουλάει το μαγαζί δεν είναι το ζουμί. Είναι η χρήση αυτού του δημόσιου χώρου και το δικαίωμα στην πρόσβαση σ’ όλες τις δραστηριότητες που αυτός επιτρέπει: πληρώνεις έναν καφέ για να μιλήσεις με τους δικούς σου ανθρώπους ή ένα ποτό για να φλερτάρεις ή να εκτονωθείς με την παρέα. Αυτός είναι ο λόγος που η βιομηχανία της διασκέδασης αποτελεί ένα ιδιότυπο κοινωνικό εργοστάσιο. Έναν χώρο, δηλαδή, μαζικής παραγωγής αξίας όπου οι μηχανισμοί του είναι διάχυτοι.

Η βιομηχανία της διασκέδασης διαχειρίζεται μ’ έναν πολύ ορισμένο τρόπο τις ανάγκες, κι εδώ είναι το ζουμί όλων των μετασχηματισμών που έχει υποστεί η πόλη τα τελευταία 10 χρόνια στο κέντρο της. Αυτό που συμβαίνει είναι ότι αυτός ο κλάδος επεκτείνεται διαρκώς, διότι όλοι οι άλλες μορφές ικανοποίησης των αναγκών που εν τέλει ικανοποιεί αυτός τείνουν να εκλείψουν, και κυρίως οι μη-εμπορευματικές μορφές διαχείρισης της πολυδιάστατης ανάγκης για κοινωνικότητα.

Δηλαδή: Αλλάζουν χρήση οι πλατείες, και λόγω πολλών παραγόντων (που ξεκινούν από αλλαγές στον τρόπο ζωής και καταλήγουν στην ανασφάλεια, την εγκληματικότητα κ.ο.κ.) δεν προσφέρονται πια ως χώρος συνάντησης; Κερδίζουν τα μαγαζιά της διασκέδασης. Υποχωρούν οι παρέες, το τελευταίο κοινοτικό κύτταρο της ελληνικής κοινωνίας; Κερδίζουν τα μαγαζιά της διασκέδασης και συγκεκριμένα εκείνα που προωθούν τις πιο εξατομικευμένες της μορφές (τα κλάμπ με την εκκωφαντική μουσική κ.ο.κ.). Διαρρηγνύονται οι εκτεταμένοι οικογενειακοί δεσμοί; Πολλαπλασιάζονται οι ανάγκες για «έξοδο» στα μαγαζιά.

Η βιομηχανία της διασκέδασης, όλα αυτά τα μπαράκια, τα κλαμπ και οι ταβέρνες, δηλαδή που πολλαπλασιάζονται στην πόλη μας κατά τα τελευταία 15 χρόνια, ζουν, τρέφονται από την κοινωνική απονέκρωση της πόλης. Πρόκειται ένα βαμπίρ που έχει κατακαθίσει στα σπλάχνα της και κατατρώγει την ίδια την απελπισία της.

Κι εδώ προσεγγίζουμε ένα πολύ κρίσιμο ζήτημα που αφορά στην ίδια την λειτουργία του καπιταλιστικού συστήματος, ή τουλάχιστον της μορφής που έχει πάρει στον τόπο μας τον τελευταίο καιρό. Ας πάρουμε τα πράγματα από μιαν άλλη διάσταση. Ο Μαρξ προσεγγίζει από φιλοσοφικής σκοπιάς την παραγωγική διαδικασία ως μια δραστηριότητα αδιαμφισβήτητα θετική, ή μάλλον ως την κύρια δραστηριότητα μέσα από την οποία ενσαρκώνεται η ουσία του ανθρώπου. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, ακόμα και στις πιο ήπιες διατυπώσεις μιας φιλοσοφικής σκοπιάς στην παραγωγική διαδικασία, οπωσδήποτε αυτή ταυτίζεται με την δημιουργική πλευρά του ανθρώπου.

Έπρεπε να έρθει η στιγμή της οικολογίας για να αναγνωρίσουμε ότι η ίδια η παραγωγική διαδικασία έχει και μια σκοπιά (ίσως και την κυριότερή της) αρνητική. Δηλαδή, ότι αναλώνει τον φυσικό κόσμο, χρησιμοποιεί κάποιους από τους πόρους του για να τον μετασχηματίσει σε τεχνητό. Στην πιο απλή του μορφή, αυτό μπορούμε να το δούμε με την ξυλειά και τα δάση. Είναι αρκετά εύκολο να το κατανοήσουμε.

Τώρα, το ίδιο συμβαίνει όχι μόνο με τον φυσικό κόσμο, αλλά και με τον κοινωνικό. Δηλαδή, όπως η παραγωγή αναλώνει ένα ορισμένο ποσό φυσικού κεφαλαίου, έτσι και η βιομηχανία της διασκέδασης ζει από την εκποίηση ενός ποσού του κοινωνικού κεφαλαίου. Έχει δηλαδή, στις διαστάσεις και τον χαρακτήρα που έχει διαμορφώσει σήμερα, ως βάση και προϋπόθεσή της την μετατροπή κοινωνικών όντων σε ένα μοναχικό πλήθος.

Αν το καλοσκεφτεί κανείς πρόκειται για μια αδιόρατη αλλά ολοκληρωτική ανθρωποφαγική συνθήκη. Χώρια που εξαρτά την ανάπτυξή της από την ίδια την υποβάθμιση που έχει βιώσει η χώρα μας καθώς προσαρμόζεται στις μεταμοντέρνες ανθρωποκοινωνικές συνθήκες της παγκοσμιοποίησης.

Το ίδιο θα μπορούσε να λεχθεί, πλέον για την οικοδομή. Τόσο η αστυφιλία όσο και η προαστιο-φιλία είναι δύο τάσεις που στηρίζονται αμφότερες στην καταστροφή του κοινωνικού ιστού, τόσο στην περιφέρεια όσο και στο ίδιο το κέντρο της πόλης. Το πρώτο είναι σαφές. Για να μετακινηθεί κάποιος από τον τόπο του, πρέπει να έχει εξαντλήσει κάθε πιθανότητα επιβίωσης σ’ αυτόν. Το ίδιο ισχύει εμμέσως για τον δεύτερο. Μετακομίζουμε προς τα προάστια, επειδή ακριβώς η ζωή στο κέντρο της πόλης τείνει να γίνεται αβίωτη. Υπ’ αυτή την έννοια, η περιφερειακή επέκταση των πόλεων στο μοντέλο των αμερικανικών προστείων στηρίζεται στην κοινωνική κατάρρευση του κέντρου τους, στην έκρηξη των γκέτο και της κοινωνικής ανομίας.

Αντιμετωπίζουμε ένα θεωρητικό ζήτημα, κι ένα πρακτικό. Το θεωρητικό είναι, ότι θα πρέπει να εξετάσουμε τον καπιταλισμό υπό αυτήν την σκοπιά. Ως μια μηχανή που για να λειτουργήσει καίει κοινωνικό κεφάλαιο –δηλαδή, τις πιο πηγαίες λειτουργίες της συλλογικής μας ύπαρξης. Το πρακτικό είναι να αντιληφθούμε ότι ένα ολόκληρο σύστημα θρέφεται από την παρατεταμένη αλλοτρίωσή μας.

Κι ως προς αυτό η κρίση ενδέχεται να δημιουργήσει μικρές ευκαιρίες. Καταφέρνοντας ρωγμές σ’ αυτόν τον μηχανισμό, δημιουργεί ελάχιστες προϋποθέσεις για τη σταδιακή απελευθέρωσή μας από τα γρανάζια του.

Advertisement

2 Σχόλια to “Η Θεσσαλονίκη ως θεματικό πάρκο διασκέδασης”


  1. 1 Σοσιαλδημοκρατης
    23 Ιουνίου, 2010 στο 10:32 μμ

    Νομιζω τα ειπες ολα για την Θεσσαλονικη και αυτη την ιδιοτυπη ευζωια ( που βεβαια λογω κρισης θα πληγει)
    Το ζητημα ειναι ομως εδω και παραμενει… Υπαρχει εναλλκτικη; Και εφοσον στην ελληνικη περιπτωση ( μεγαλο κρατος- ισχνη παραγωγικη βαση- πελατειακα δικτυα) το διακυβευμα τιθεται κεντρικα και πολιτικοκομματικα , υπαρχει χωρος για κατι αλλο, τοπικο;

    Π.Α

  2. 24 Ιουνίου, 2010 στο 7:14 πμ

    Πολύ ωραίο άρθρο. Δυστυχώς, οι επιλογές ανάπτυξης που ακολούθησαν οι τοπικές αρχές στόχευαν όχι στον τουρισμό και τις υπηρεσίες, αλλά αποκλειστικά στη διασκέδαση, τα ξενυχτάδικα κτλ. Από τα Λαδάδικα, μέχρι το Μύλο και το Fix έχουμε να κάνουμε μόνο με διασκέδαση, λες δεν υπήρχαν άλλες χρήσεις των αναπαλαιωμένων τούτων χώρων. Ακόμα και οι αρχαιότητες δένονται σχεδόν αποκλειστικά με τη διασκέδαση.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s


Μαρτίου 2010
Δ Τ Τ Π Π Σ Κ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031  

Αρέσει σε %d bloggers: